Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

Α΄ ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΚΕΦ. 11



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 (ΙΑ)


1 Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ.
1 Γινεσθε μιμηταί μου, όπως και εγώ έγινα και είμαι μιμητής του Χριστού.
2 Ἐπαινῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, ὅτι πάντα μου μέμνησθε καὶ καθὼς παρέδωκα ὑμῖν τὰς παραδόσεις κατέχετε.
2 Σας επαινώ δε, αδελφοί, διότι πράγματι εις όλα με ενθυμείσθε και κρατείτε στερεά τας διδασκαλίας, τας οποίας σας έχω παραδώσει προφορικώς.
3 θέλω δὲ ὑμᾶς εἰδέναι ὅτι παντὸς ἀνδρὸς ἡ κεφαλὴ ὁ Χριστός ἐστι, κεφαλὴ δὲ γυναικὸς ὁ ἀνήρ, κεφαλὴ δὲ Χριστοῦ ὁ Θεός.
3 Θελω δε ακόμη να γνωρίζετε ότι κάθε Χριστιανού ανδρός η κεφαλή, που τον διευθύνει και τον κυβερνά προς το καλόν, είναι ο Χριστός. Κεφαλή δε της γυναικός είναι ο σύζυγος της. Κεφαλή δε του ένανθρωπήσαντος Χριστού είναι ο Θεός.
4 πᾶς ἀνὴρ προσευχόμενος ἢ προφητεύων κατὰ κεφαλῆς ἔχων καταισχύνει τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ.
4 Καθε άνδρας, που προσεύχεται η φωτισμένος από το Αγιον Πνεύμα προλέγει, φανερώνει και διδάσκει το θέλημα του Θεού, όταν έχη κάλυμμα εις την κεφαλήν, κατεντροπιάζει την κεφαλήν του, διότι το κάλυμμα είναι σύμβολον υποτελείας και κατάλοιπον ιουδαϊκών καταργηθέντων πλέον τύπων.
5 πᾶσα δὲ γυνὴ προσευχομένη ἢ προφητεύουσα ἀκατακαλύπτῳ τῇ κεφαλῇ καταισχύνει τὴν κεφαλὴν ἑαυτῆς· ἓν γάρ ἐστι καὶ τὸ αὐτὸ τῇ ἐξυρημένῃ.
5 Καθε δε γυναίκα, η οποία εξ αντιθέτου, όταν προσεύχεται η όταν φανερώνη το θέλημα του Θεού έχει ακάλυπτον την κεφαλήν, κατεντροπιάζει την κεφαλήν της, διότι παρουσιάζεται ότι στασιάζει κατά του ανδρός, διεκδικεί εξουσίαν ανδρός και ότι επί πλέον είναι άσεμνος. Διότι καταπίπτει εις την ιδίαν άκοσμον κατάστασιν με την γυναίκα εκείνην, η οποία έχει ξυρίσει την καφαλήν της.
6 εἰ γὰρ οὐ κατακαλύπτεται γυνή, καὶ κειράσθω· εἰ δὲ αἰσχρὸν γυναικὶ τὸ κείρασθαι ἢ ξυρᾶσθαι, κατακαλυπτέσθω.
6 Διότι εάν δεν έχη ένα σεμνόν κάλυμμα εις την κεφαλήν η γυναίκα, ας κουρεύεται τότε όπως και ο άνδρας. Εάν δε είναι απρεπές και αηδές εις την γυναίκα το να κουρεύεται, η το να ξυρίζεται, τότε ας καλύπτεται καλά.
7 ἀνὴρ μὲν γὰρ οὐκ ὀφείλει κατακαλύπτεσθαι τὴν κεφαλήν, εἰκὼν καὶ δόξα Θεοῦ ὑπάρχων· ἡ γυνὴ δὲ δόξα ἀνδρός ἐστιν.
7 Διότι ο μεν άνδρας δεν πρέπει να καλύπτη την κεφαλήν, επειδή είναι εικών και καθρέπτης της δόξης του Θεού, όπως επλάσθη απ' αρχής. Η δε γυναίκα, μόνη βοηθός αυτή και ανταξία του ανδρός από όλα τα άλλα δημιουργήματα, είναι δόξα του ανδρός.
8 οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικός, ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός·
8 Είναι άλλωστε ανώτερος ο άνδρας από την γυναίκα, όπως φαίνεται και εκ του γεγονότος, ότι δεν έγινε ο άνδρας από την γυναίκα, αλλά η γυναίκα από τον άνδρα.
9 καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα.
9 Και διότι επί πλέον δεν επλάσθη από τον Θεόν ο άνδρας δια να βοηθή την γυναίκα και να υποτάσσεται εις αυτήν, αλλ' η γυναίκα επλάσθη, δια να υπηρετή τον άνδρα και να φέρεται με σεβασμόν και υποταγήν εις αυτόν.
10 διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ γυνὴ ἐξουσίαν ἔχειν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς διὰ τοὺς ἀγγέλους.
10 Δι' αυτό, επειδή δηλαδή ο Χριστός είναι κεφαλή του ανδρός, ο δε άνδρας είναι κεφαλή της γυναικός, οφείλει η γυναίκα να έχη επί της κεγαλής της, ως σύμβολον της υποταγής της στον άνδραν, το κάλυμμα, τουλάχιστον και δια λόγους εντροπής προς τους αγγέλους (οι οποίοι είναι αοράτως παρόντες μεταξύ μας και οι οποίοι όταν παρίστανται ενώπιον του Θεού καλύπτουν από σεβασμόν τα πρόσωπα αυτών).
11 πλὴν οὔτε ἀνὴρ χωρὶς γυναικὸς οὔτε γυνὴ χωρὶς ἀνδρὸς ἐν Κυρίῳ·
11 Αλλά μη λησμονείτε, ότι ούτε ο άνδρας, μετά την δημιουργίαν, γεννάται χωρίς την γυναίκα, ούτε η γυναίκα χωρίς τον άνδρα, σύμφωνα άλλωστε και με τους νόμους που έχει θέσει ο Κυριος.
12 ὥσπερ γὰρ ἡ γυνὴ ἐκ τοῦ ἀνδρός, οὕτω καὶ ὁ ἀνὴρ διὰ τῆς γυναικός, τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ.
12 Διότι όπως η γυναίκα προήλθεν από το άνδρα, πλασθείσα από την πλευράν του, έτσι έκτοτε και ο άνδρας γεννάται δια μέσου της γυναικός. Τα πάντα δε προέρχονται απ' αρχής και μέχρι τέλους από τον Θεόν.
13 ἐν ὑμῖν αὐτοῖς κρίνατε· πρέπον ἐστὶ γυναῖκα ἀκατακάλυπτον τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι;
13 Καμετε, λοιπόν, σεις οι ίδιοι δικαίαν κρίσιν· είναι σεμνόν και πρέπον να προσεύχεται η γυναίκα προς τον Θεόν μα ακάλυπτον την κεφαλήν της;
14 ἢ οὐδὲ αὐτὴ ἡ φύσις διδάσκει ὑμᾶς ὅτι ἀνὴρ μὲν ἐὰν κομᾷ, ἀτιμία αὐτῷ ἐστι,
14 Η μήπως και αυτή η φύσις δεν σας διδάσκει ότι, εάν ο άνδρας τρέφη και περιποιήται κατά τρόπον θηλυπρεπή μακράν κόμην, είναι εξευτελισμός και εντροπή δι' αυτόν;
15 γυνὴ δὲ ἐὰν κομᾷ δόξα αὐτῇ ἐστιν; ὅτι ἡ κόμη ἀντὶ περιβολαίου δέδοται αὐτῇ.
15 Η δε γυναίκα εξ αντιθέτου εάν τρέφη μακρυά μαλλιά, είναι τούτο τιμή και στόλισμά της, αφού και η ιδία η φύσις της έχει δώσει μια τέτοις δυνατότητα; Διότι η κόμη της έχει δοθή από τον Θεόν ως ένα ειδός σεμνής περιβολής.
16 Εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν, οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ.
16 Εάν δε κανείς έχη διάφορον γνώμην και θέλη να φιλονεική επάνω εις αυτά που είπα, ας μάθη ότι ημείς δεν έχομεν τέτοια συνήθεια, να είναι δηλαδή αι γυναίκες κατά την θείαν λατρείαν με την κεφαλήν ακάλυπτον, ούτε δε και αι άλλαι Εκκλησίαι του Θεού.
17 Τοῦτο δὲ παραγγέλλων οὐκ ἐπαινῶ, ὅτι οὐκ εἰς τὸ κρεῖττον, ἀλλ’ εἰς τὸ ἧττον συνέρχεσθε.
17 Και τώρα θα σας δώσω μίαν παραγγελίαν, η οποία κάθε άλλο παρά προς έπαινον σας είναι. Διότι συγκεντρώνεσθε κατά τας ώρας της λατρείας, όχι δια να οικοδομήτε ο ένας τον άλλον στο καλύτερον, αλλά δια να εξωθήτε και εξωθήσθε στο κατώτερον.
18 πρῶτον μὲν γὰρ συνερχομένων ὑμῶν ἐν ἐκκλησίᾳ ἀκούω σχίσματα ἐν ὑμῖν ὑπάρχειν καὶ μέρος τι πιστεύω·
18 Διότι πρώτον μεν ακούω, ότι όταν συναθροίζεσθε εις συγκέντρωσιν προσευχής και λατρείας, υπάρχουν μεταξύ σας μερίδες και κόμματα· και ένα μέρος από αυτά που ακούω, τα πιστεύω,
19 δεῖ γὰρ καὶ αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι, ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται ἐν ὑμῖν.
19 διότι είναι επόμενον, ένεκα της ανθρωπίνης αδυναμίας, να αναπηδούν μεταξύ σας γνώμες διάφορες και προτιμήσεις και διαιρέσεις, δια να γίνουν έτσι φανεροί οι εκλεκτοί μεταξύ σας.
20 συνερχομένων οὖν ὑμῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ οὐκ ἔστι κυριακὸν δεῖπνον φαγεῖν·
20 Οταν, λοιπόν, έτσι συγκεντρώνεσθε στον αυτόν τόπον της λατρείας και έχετε αυτάς τας διαιρέσεις, δεν είναι δυνατόν φυσικά να φάγετε προς οικοδομήν σας τον δείπνον, που ο Κυριος συνέστησε.
21 ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον δεῖπνον προσλαμβάνει ἐν τῷ φαγεῖν, καὶ ὃς μὲν πεινᾷ, ὃς δὲ μεθύει.
21 Διότι ο καθένας από σας σπεύδει και παίρνει το φάγητον του και τρώγει το ιδικόν του δείπνον μόνος του, χωρίς να περιμένη τους άλλους. Και έτσι συμβαίνει ο μεν ένας που είναι πτωχός να πεινά, ο δε άλλος που είναι πλούσιος να μεθά. (Και ταύτα κατά την ώραν του δείπνου της αγάπης. Που είναι, λοιπόν, η αγάπη σας;).
22 μὴ γὰρ οἰκίας οὐκ ἔχετε εἰς τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν; ἢ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖτε, καὶ καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; τί ὑμῖν εἴπω; ἐπαινέσω ὑμᾶς ἐν τούτῳ; οὐκ ἐπαινῶ.
22 Διότι μήπως δεν έχετε επιτέλους σπίτια να τρώγετε και να πίνετε; Η περιφρονείτε τους πιστούς, που αποτελούν την Εκκλησίαν του Θεού και προσβάλλετε εκείνους που δεν έχουν; Τι να σας πω; Να σας επαινέσω δι' αυτό; Καθε άλλο παρά έπαινον σας αποδίδω.
23 Ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου, ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδοτο ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε·
23 Επειτα δε ως προς το Δείπνον του Κυρίου, ως προς το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, έχω πάλιν να σας πω, ότι εγώ παρέλαβα από τον Κυριον αυτό, το οποίον και παρέδωκα εις σας, ότι δηλαδή ο Κυριος Ιησούς κατά την νύκτα που επρόκειτο να παραδοθή στους εχθρούς του, δια να σταυρωθή, επήρε άρτον και αφού ηυχαρίστησε με θερμήν προσευχήν τον Πατέρα, έκοψε εις τεμάχια τον άρτον και είπε·
24 λάβετε, φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν.
24 “Λαβετε φάγετε· τούτο είναι το σώμά μου, το οποίον τεμαχίζεται δια σας, δια την σωτηρίαν σας· αυτό δε που εγώ τελώ τώρα, να το τελήτε και σεις πάντοτε, δια να ενθυμήσθε εμέ και την θυσίαν μου, που προσφέρω προς χάριν σας”.
25 ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν.
25 Επίσης, αφού ετελείωσε το Δείπνον, επήρε το ποτήριον με τον οίνον και είπε· “τούτο το ποτήριον είναι η νέα διαθήκη, η οποία καθιερώνεται και επισφραγίζεται με το αίμα μου. Αυτό να κάνετε, δια να ενθυμήσθε εμέ και την θυσίαν μου. Καθε φοράν που θα πίνετε το αίμα μου, το οποίον περιέχεται στο ποτήριον της Ευχαριστίας, να το κάνετε εις ανάμνησίν μου”.
26 ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ.
26 Λοιπόν, ω Κορίνθιοι, κάθε φοράν που τρώγετε τον αγιασμένον αυτόν άρτον και πίνετε το ευλογημένον τούτο ποτήριον της Θείας Ευχαριστίας, ομολογείτε και διαλαλείτε τον σταυρικόν λυτρωτικόν θάνατον του Κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρις ότου έλθη κατά την δευτέραν παρουσίαν.
27 ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου.
27 Ωστε όποιος τρώγει τον άρτον αυτόν και πίνει το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, θα είναι ένοχος και υπόδικος δια βαρείαν ασέβειαν και ύβριν εναντίον του σώματος και του αίματος του Κυρίου.
28 δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω·
28 Ας εξετάζη δε κάθε άνθρωπος τον εαυτόν του με πολλήν προσοχήν, και έτσι προετοιμασμένος ας τρώγη από τον καθαγιασμένον άρτον και από το καθαγιασμένον ποτήριον.
29 ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου.
29 Διότι εκείνος ο οποίος τρώγει και πίνει αναξίως τα πάντιμα αυτά δώρα τρώγει και πίνει κρίμα και καταδίκην δια τον εαυτόν του, επειδή δεν κάνει καμμίαν διάκρισιν του σώματος και του αίματος του Κυρίου από τας συνήθεις, και κοινάς τροφάς του σώματος.
30 διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι καὶ κοιμῶνται ἱκανοί.
30 Ακριβώς δε, διότι αναξίως κοινωνείτε από τα τίμια δώρα, υπάρχουν μεταξύ σας πολλοί ασθενείς και πολύ βαρειά άρρωστοι· αρκετοί δε και πεθαίνουν.
31 εἰ γὰρ ἑαυτοὺς διεκρίνομεν, οὐκ ἂν ἐκρινόμεθα·
31 Διότι εάν εξετάζαμεν τον ευατόν μας με προσοχήν και μετανοούσαμε ειλικρινώς δια τα αμαρτήματά μας και έτσι προετοιμασμένοι προσηρχόμεθα στο μέγα μυστήριον, δεν θα κατεδικαζόμεθα και δεν θα ετιμωρούμεθα έτσι από τον Θεόν.
32 κρινόμενοι δὲ ὑπὸ τοῦ Κυρίου παιδευόμεθα, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν.
32 Τιμωρούμενοι δε τώρα υπό του Κυρίου κατά την δικαίαν αυτού κρίσιν, παιδαγωγούμεθα προς μετάνοιαν και διόρθωσιν, δια να μη καταδικασθώμεν οριστικώς εις απώλειαν μαζή με τον κόσμον της αμαρτίας.
33 Ὥστε, ἀδελφοί μου, συνερχόμενοι εἰς τὸ φαγεῖν ἀλλήλους ἐκδέχεσθε·
33 Ωστε, αδελφοί μου, όταν συγκεντρώνεσθε δια να φάγετε το Κυριακόν Δείπνον, περιμένετε με αγάπην ο ένας τον άλλον.
34 εἰ δέ τις πεινᾷ, ἐν οἴκῳ ἐσθιέτω, ἵνα μὴ εἰς κρῖμα συνέρχησθε. Τὰ δὲ λοιπὰ ὡς ἂν ἔλθω διατάξομαι.
34 Εάν επί τέλους κανείς πεινά, ας φάγη στο σπίτι του, δια να μη αποβαίνουν εις καταδίκην σας αι λατρευτικαί αυταί συγκεντρώσεις. Τα δε άλλα σχετικώς με το Κυριακόν Δείπνον, με το μέγα μυστήριον της θείας Ευχαριστίας, όταν έλθω θα τα τακτοποιήσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου