ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13 (ΙΓ)
|
1 Ἦσαν δέ τινες ἐν Ἀντιοχείᾳ κατὰ τὴν οὖσαν ἐκκλησίαν
προφῆται καὶ διδάσκαλοι, ὅ τε Βαρνάβας καὶ Συμεὼν ὁ ἐπικαλούμενος Νίγερ, καὶ
Λούκιος ὁ Κυρηναῖος, Μαναήν τε Ἡρῴδου τοῦ τετράρχου σύντροφος καὶ Σαῦλος.
|
1 Ησαν δε εις την Αντιόχειαν, μέλη της εκεί
Εκκλησίας, μερικοί προφήται και διδάσκαλοι και ο Βαρνάβας και ο Συμεών, που
ελέγετο και Νιγερ, και ο Λούκιος ο Κυρηναίος και ο Μαναήν, ο οποίος είχε
ανατραφή μαζή με τον τετράρχην Ηρώδην και ο Σαύλος.
|
|
2 λειτουργούντων δὲ αὐτῶν τῷ Κυρίῳ καὶ νηστευόντων
εἶπε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· Ἀφορίσατε δή μοι τὸν Βαρνάβαν καὶ τὸν Σαῦλον εἰς τὸ
ἔργον ὃ προσκέκλημαι αὐτούς.
|
2 Ενώ δε αυτοί προσέφεραν την λατρείαν των προς τον
Κυριον και ενήστευαν, είπε το Πνεύμα το Αγιον· “ξεχωρίστε μου αμέσως τον
Βαρνάβαν και τον Σαύλον δια το έργον, δια το οποίον εγώ τους έχω
προσκαλέσει”.
|
|
3 τότε νηστεύσαντες καὶ προσευξάμενοι καὶ ἐπιθέντες
αὐτοῖς τὰς χεῖρας ἀπέλυσαν.
|
3 Τοτε, αφού και πάλιν ενήστευσαν και προσευχήθησαν,
έβαλαν επάνω εις αυτούς τας χέρια των (δια να τους αναδείξουν επισήμως τρόπον
τινά εκπροσώπους και πληρεξουσίους των) και τους έστειλαν στο ειδικόν έργον,
που τους είχε καλέσει ο Κυριος.
|
|
4 Οὗτοι μὲν οὖν ἐκπεμφθέντες ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ
ἁγίου κατῆλθον εἰς τὴν Σελεύκειαν, ἐκεῖθεν τε ἀπέπλευσαν εἰς τὴν Κύπρον,
|
4 Αυτοί τότε, αφού έλαβαν την ειδικήν αυτήν αποστολήν
από το Αγιον Πνεύμα, κατέβηκαν εις την Σελεύκειαν και από εκεί έπλευσαν εις
την Κυπρον.
|
|
5 καὶ γενόμενοι ἐν Σαλαμῖνι κατήγγελλον τὸν λόγον τοῦ
Θεοῦ ἐν ταῖς συναγωγαῖς τῶν Ἰουδαίων· εἶχον δὲ καὶ Ἰωάννην ὑπηρέτην.
|
5 Και όταν έφθασαν εις την Σαλαμίνα της Κυπρου, εκήρυτταν
τον λόγον του Θεού εις τας συναγωγάς των Ιουδαίων· είχον δε μαζή των και τον
Ιωάννην, δια να τους υπηρετή.
|
|
6 Διελθόντες δὲ τὴν νῆσον ἄχρι Πάφου εὗρόν τινα ἄνδρα
μάγον ψευδοπροφήτην Ἰουδαῖον ᾧ ὄνομα Βαριησοῦς,
|
6 Αφού δε επέρασαν όλην την νήσον μέχρι της Παφου,
ευρήκαν εκεί κάποιον μάγον ψευδοπροφήτην Ιουδαίον, του οποίου το όνομα ήτο
Βαριησούς.
|
|
7 ὃς ἦν σὺν τῷ ἀνθυπάτῳ Σεργίῳ Παύλῳ, ἀνδρὶ συνετῷ.
οὗτος προσκαλεσάμενος Βαρνάβαν καὶ Σαῦλον ἐπεζήτησεν ἀκοῦσαι τὸν λόγον τοῦ
Θεοῦ·
|
7 Αυτός ανήκε εις την ακολουθίαν του ανθυπάτου
Σεργίου Παύλου, ο οποίος ήτο άνθρωπος συνετός. Αυτός επροσκάλεσε τον Βαρνάβαν
και τον Σαύλον και εζήτησε να ακούση τον λόγον του Θεού.
|
|
8 ἀνθίστατο δὲ αὐτοῖς Ἐλύμας ὁ μάγος - οὕτω γὰρ
μεθερμηνεύεται τὸ ὄνομα αὐτοῦ - ζητῶν διαστρέψαι τὸν ἀνθύπατον ἀπὸ τῆς
πίστεως.
|
8 Ανθίστατο όμως εις αυτούς ο Ελύμας ο μάγος-έτσι, με
την λέξιν μάγος μεταφράζεται το όνομά του-ο οποίος προσπαθούσε με σοφίσματα
να απομακρύνη τον ανθύπατον από την πίστιν.
|
|
9 Σαῦλος δέ, ὁ καὶ Παῦλος, πλησθεὶς Πνεύματος ἁγίου
καὶ ἀτενίσας πρὸς αὐτὸν
|
9 Ο Σαύλος δε, ο οποίος είχε και το ρωμαϊκόν όνομα
Παύλος καθό Ρωμαίος πολίτης, αφού εγέμισε από Πνεύμα Αγιον, εκύτταξε κατάματα
τον μάγον
|
|
10 εἶπεν· Ὦ πλήρης
παντὸς δόλου καὶ πάσης ῥᾳδιουργίας, υἱὲ διαβόλου, ἐχθρὲ πάσης δικαιοσύνης, οὐ
παύσῃ διαστρέφων τὰς ὁδοὺς Κυρίου τὰς εὐθείας;
|
10 και είπε· “ω υιέ του διαβόλου, που είσαι γεμάτος
από κάθε δολιότητα και κάθε ραδιουργίαν, εχθρέ κάθε δικαιοσύνης, δεν θα
παύσης να διαστρέφης με τα σοφίσματα και τας πονηρίας σου τας ευθείας οδούς
του Κυρίου;
|
|
11 καὶ νῦν ἰδοὺ χεὶρ
Κυρίου ἐπὶ σέ, καὶ ἔσῃ τυφλὸς μὴ βλέπων τὸν ἥλιον ἄχρι καιροῦ. παραχρῆμα δὲ
ἔπεσεν ἐπ’ αὐτὸν ἀχλὺς καὶ σκότος, καὶ περιάγων ἐζήτει χειραγωγούς.
|
11 Και τώρα, ιδού, το εκδικητικόν χέρι του Κυρίου
είναι επάνω σου και θα μείνης τυφλός μέχρις ωρισμένου καιρού μη βλέπων τον
ήλιον”. Και αμέσως έπεσε επάνω εις αυτόν κάτι σαν πυκνή ομίχλη και σκοτάδι,
περιεφέρετο εδώ και εκεί και εζητούσε ανθρώπους, να τον οδηγούν από το χέρι.
|
|
12 τότε ἰδὼν ὁ
ἀνθύπατος τὸ γεγονὸς ἐπίστευσεν, ἐκπλησσόμενος ἐπὶ τῇ διδαχῇ τοῦ Κυρίου.
|
12 Τοτε, όταν ο ανθύπατος είδε το καταπληκτικόν αυτό
θαύμα, επίστευσε. Και καθώς ήκουε από τους δύο Αποστόλους την διδασκαλίαν του
Κυρίου, εξεπλήσσετο και εθαύμαζε δ' αυτήν.
|
|
13 Ἀναχθέντες δὲ ἀπὸ
τῆς Πάφου οἱ περὶ τὸν Παῦλον ἦλθον εἰς Πέργην τῆς Παμφυλίας· Ἰωάννης δὲ
ἀποχωρήσας ἀπ’ αὐτῶν ὑπέστρεψεν εἰς Ἱεροσόλυμα.
|
13 Αφού δε απέπλευσαν από την Παφον ο Παύλος και οι
συνοδοί του, ήλθαν εις την Περγην της Παμφυλίας. Ο Ιωάννης όμως απεχώρησε από
αυτούς και επέστρεψε εις Ιεροσόλυμα.
|
|
14 Αὐτοὶ δὲ διελθόντες
ἀπὸ τῆς Πέργης παρεγένοντο εἰς Ἀντιόχειαν τῆς Πισιδίας, καὶ εἰσελθόντες εἰς
τὴν συναγωγὴν τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων ἐκάθισαν.
|
14 Αυτοί δε, αφού επέρασαν από την περιοχήν της
Περγης, έφθασαν εις την Αντιόχειαν της Πισιδίας και κατά την ημέραν του
Σαββάτου εισελθόντες εις την συναγωγήν εκάθισαν.
|
|
15 μετὰ δὲ τὴν
ἀνάγνωσιν τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν ἀπέστειλαν οἱ ἀρχισυνάγωγοι πρὸς αὐτοὺς
λέγοντες· Ἄνδρες ἀδελφοί, εἰ ἔστιν λόγος ἐν ὑμῖν παρακλήσεως πρὸς τὸν λαόν,
λέγετε.
|
15 Μετά δε την ανάγνωσιν περικοπών από τον νόμον και
τους προφήτας, έστειλαν οι ερχισυνάγωγοι προς αυτούς τον υπηρέτην της
συναγωγής και τους είπαν· “άνδρες αδελφοί, εάν έχετε λόγον διδασκαλίας και
παρηγορίας προς τον λαόν, λέγετε”.
|
|
16 ἀναστὰς δὲ Παῦλος
καὶ κατασείσας τῇ χειρὶ εἶπεν· Ἄνδρες Ἰσραηλῖται καὶ οἱ φοβούμενοι τὸν Θεόν,
ἀκούσατε.
|
16 Αφού δε εσηκώθηκε ο Παύλος και με το χέρι του έκαμε
σημείον, ότι ήθελε να ομιλήση, είπε· “άνδρες Ισραηλίται και όσοι εθνικοί, που
φοβείσθε τον Θεόν είσθε εδώ, ακούσατε.
|
|
17 ὁ Θεὸς τοῦ λαοῦ
τούτου Ἰσραὴλ ἐξελέξατο τοὺς πατέρας ἡμῶν, καὶ τὸν λαὸν ὕψωσεν ἐν τῇ παροικίᾳ
ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, καὶ μετὰ βραχίονος ὑψηλοῦ ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐξ αὐτῆς,
|
17 Ο Θεός τούτου του ισραηλιτικού λαού εξέλεξε τους
προγόνους μας και εξύψωσε και επλήθυνε τον λαόν, καθ' ον χρόνον έμεινε εις
την χώραν της Αγύπτου και με την παντοδύναμον δεξιάν του τους έβγαλε
ελευθέρους από αυτήν.
|
|
18 καὶ ὡς
τεσσαρακονταετῆ χρόνον ἐτροποφόρησεν αὐτοὺς ἐν τῇ ἐρήμῳ,
|
18 Και επί σαράντα περίπου χρόνια υπέμεινε τας
δυστροπίας των εις την έρημον.
|
|
19 καὶ καθελὼν ἔθνη
ἑπτὰ ἐν γῇ Χανάαν κατεκληρονόμησεν αὐτοῖς τὴν γῆν αὐτῶν.
|
19 Και αφού κατέλυσε επτά έθνη εις την χώραν της
Χαναάν, έδωκε εις αυτούς κληρονομίαν την γην των εθνών αυτών.
|
|
20 καὶ μετὰ ταῦτα ὡς
ἔτεσι τετρακοσίοις καὶ πεντήκοντα ἔδωκε κριτὰς ἕως Σαμουὴλ τοῦ προφήτου.
|
20 Επειτα δε από αυτά, επί τετρακόσια πενήντα περίπου
έτη, τους έδωσε κριτάς, δια να τους κυβερνήσουν μέχρι της εποχής του Σαμουήλ
του προφήτου.
|
|
21 κἀκεῖθεν ᾐτήσαντο
βασιλέα, καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ Θεὸς τὸν Σαοὺλ υἱὸν Κίς, ἄνδρα ἐκ φυλῆς
Βενιαμίν, ἔτη τεσσαράκοντα·
|
21 Από την εποχήν δε του Σαμουήλ εζήτησαν βασιλέαν και
τους έδωκεν ο Θεός τον Σαούλ, τον υιόν του Κις, που κατήγετο από την φυλήν
Βενιαμίν, και ο οποίος εβασίλευσε σαράντα έτη.
|
|
22 καὶ μεταστήσας
αὐτὸν ἤγειρεν αὐτοῖς τὸν Δαυῒδ εἰς βασιλέα, ᾧ καὶ εἶπε μαρτυρήσας· εὗρον
Δαυῒδ τὸν τοῦ Ἰεσσαί, ἄνδρα κατὰ τὴν καρδίαν μου, ὃς ποιήσει πάντα τὰ
θελήματά μου.
|
22 Και όταν, δια την ανυπακοήν και τας αμαρτίας του,
τον εδίωξε ο Θεός, ανέδειξε εις αυτούς βασιλέα τον Δαυίδ, δια τον οποίον και
είπε αυτήν την μαρτυρίαν· Ευρήκα τον Δαυίδ, τον υιόν του Ιεσσαί, άνθρωπον
κατά την καρδίαν μου, ο οποίος θα εκτελέση όλα τα θελήματά μου.
|
|
23 τούτου ὁ Θεὸς ἀπὸ
τοῦ σπέρματος κατ’ ἐπαγγελίαν ἤγαγε τῷ Ἰσραὴλ σωτηρίαν,
|
23 Από τους απογόνους δε τούτου ανέδειξε ο Θεός,
σύμφωνα με την υπόσχεσίν του, τον Ιησούν Χριστόν Σωτήρα στον Ισραήλ.
|
|
24 προκηρύξαντος
Ἰωάννου πρὸ προσώπου τῆς εἰσόδου αὐτοῦ βάπτισμα μετανοίας παντὶ τῷ λαῷ
Ἰσραήλ.
|
24 Ολίγον δε χρόνον προηγουμένως πριν εισέλθη ο Ιησούς
εις την δημοσίαν δράσιν του, εκήρυξε ο Ιωάννης βάπτισμα μετανοίας εις όλον
τον λαόν του Ισραήλ.
|
|
25 ὡς δὲ ἐπλήρου ὁ
Ἰωάννης τὸν δρόμον, ἔλεγε· τίνα με ὑπονοεῖτε εἶναι; οὐκ εἰμὶ ἐγώ, ἀλλ’ ἰδοὺ
ἔρχεται μετ’ ἐμὲ οὗ οὐκ εἰμὶ ἄξιος τὸ ὑπόδημα τῶν ποδῶν λῦσαι.
|
25 Κατά τον καιρόν δε που ο Ιωάννης εξεπλήρωνε την
αποστολήν του και ακολουθούσε τον δρόμον, που του είχεν ορίσει ο Θεός, έλεγε·
Ποίον με νομίζετε ότι είμαι; Δεν είμαι εγώ ο Μεσσίας, αλλ' ιδού, ύστερα από
εμέ έρχεται εκείνος, του οποίου εγώ δεν είμαι άξιος να λύσω το υπόδημα των
ποδών.
|
|
26 Ἄνδρες ἀδελφοί,
υἱοὶ γένους Ἀβραὰμ καὶ οἱ ἐν ὑμῖν φοβούμενοι τὸν Θεόν, ἡμῖν ὁ λόγος τῆς
σωτηρίας ταύτης ἀπεστάλη.
|
26 Ανδρες αδελφοί, παιδιά του γένους Αβραάμ, και σεις
οι εθνικοί, που φοβείσθε τον Θεόν, ακούσατε τούτο· προς σας απευθύνεται το
κήρυγμα αυτής της σωτηρίας.
|
|
27 οἱ γὰρ κατοικοῦντες
ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ οἱ ἄρχοντες αὐτῶν τοῦτον ἀγνοήσαντες, καὶ τὰς φωνὰς τῶν
προφητῶν τὰς κατὰ πᾶν σάββατον ἀναγινωσκομένας κρίναντες ἐπλήρωσαν,
|
27 Διότι οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ και οι άρχοντές
των παρεγνώρισαν τούτον, τον Ιησούν, όπως επίσης και τας φωνάς των προφητών,
που αναγινώσκονται και ακούονται κάθε Σαββατον εις τας συναγωγάς, και τον
κατεδίκασαν εις θάνατον, χωρίς να αντιληφθούν ότι έτσι επραγματοποιήσαν τας
προφητείας.
|
|
28 καὶ μηδεμίαν αἰτίαν
θανάτου εὑρόντες ᾐτήσαντο Πιλᾶτον ἀναιρεθῆναι αὐτόν.
|
28 Και ενώ δεν ευρήκαν εις αυτόν καμμίαν ενοχήν, που
να τιμωρήται με θάνατον, εζήτησαν από τον Πιλάτον να θανατωθή αυτός.
|
|
29 ὡς δὲ ἐτέλεσαν
πάντα τὰ περὶ αὐτοῦ γεγραμμένα, καθελόντες ἀπὸ τοῦ ξύλου ἔθηκαν εἰς μνημεῖον.
|
29 Αφού δε με εκείνα τα οποία εν τη κακία των έπραξαν,
εξεπλήρωσαν όλα όσα είχαν γραφή στους προφήτας δι' αυτόν, τον κατέβασαν από
το ξύλον του σταυρού και τον έβαλαν εις μνημείον.
|
|
30 ὁ δὲ Θεὸς ἤγειρεν
αὐτὸν ἐκ νεκρῶν·
|
30 Ο Θεός όμως τον ανέστησε εκ νεκρών.
|
|
31 ὃς ὤφθη ἐπὶ ἡμέρας
πλείους τοῖς συναναβᾶσιν αὐτῷ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας εἰς Ἱερουσαλήμ, οἵτινές εἰσι
μάρτυρες αὐτοῦ πρὸς τὸν λαόν.
|
31 Και αυτός παρουσιάσθηκε επί πολλάς ημέρας εις
εκείνους, που είχαν ανεβή μαζή του από την Γαλιλαίαν εις την Ιερουσαλήμ και
οι οποίοι είναι αυτόπται μάρτυρες αυτού και της αναστάσεώς του προς τον λαόν.
|
|
32 καὶ ἡμεῖς ὑμᾶς
εὐαγγελιζόμεθα τὴν πρὸς τοὺς πατέρας ἐπαγγελίαν γενομένην, ὅτι ταύτην ὁ Θεὸς
ἐκπεπλήρωκε τοῖς τέκνοις αὐτῶν, ἡμῖν, ἀναστήσας Ἰησοῦν,
|
32 Και ημείς σήμερον κηρύττομεν προς σας το χαρμόσυνον
μήνυμα, ότι την υπόσχεσιν, που έδωσεν ο Θεός προς τους προγόνους μας, αυτήν
την έχει εκπληρώσει τώρα εις τα τέκνα των, δηλαδή εις ημάς, αναστήσας τον
Ιησούν εκ νεκρών.
|
|
33 ὡς καὶ ἐν τῷ ψαλμῷ
τῷ δευτέρῳ γέγραπται· υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε.
|
33 Αυτά έγιναν σύμφωνα και με όσα είναι γραμμένα στον
δεύτερον ψαλμόν· Υιός μου είσαι συ, τον οποίον εγώ προαιωνίως εγέννησα εκ της
ουσίας μου· και σήμερον, που δια της υπακοής σου και της σταυρικής σου θυσίας
ενίκησες τον θάνατον, εβεβαίωσα εγώ δια της αναστάσεώς σου, ότι όντως έχεις
γεννηθή από εμέ.
|
|
34 ὅτι δὲ ἀνέστησεν
αὐτὸν ἐκ νεκρῶν μηκέτι μέλλοντα ὑποστρέφειν εἰς διαφθοράν, οὕτως εἴρηκεν, ὅτι
δώσω ὑμῖν τὰ ὅσια Δαυῒδ τὰ πιστά.
|
34 Οτι δε ο Θεός τον ανέστησε, όχι όπως μερικούς
άλλους νεκρούς της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι απέθανον πάλιν, αλλά δια να μη
δοκιμάση ποτέ πλέον τον θάνατον και να μη επιστρέψη εις την φθοράν του τάφου,
είχε προείπει ο ίδιος ο Θεός λέγων ότι θα δώσω εις σας τας ιεράς και
αξιοπίστους πάντοτε υποσχέσεις μου, που είχα δώσει στον Δαυίδ.
|
|
35 διὸ καὶ ἐν ἑτέρῳ
λέγει· οὐ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν.
|
35 Δι' αυτό και εις άλλον ψαλμόν με το στόμα του Δαυίδ
προφητεύει· Δεν θα επιτρέψης να ίδη την φθοράν και αποσύνθεσιν του θανάτου ο
Μεσσίας, ο αφωσιωμένος εντελώς εις σε.
|
|
36 Δαυῒδ μὲν γὰρ ἰδίᾳ
γενεᾷ ὑπηρετήσας τῇ τοῦ Θεοῦ βουλῇ ἐκοιμήθη καὶ προσετέθη πρὸς τοὺς πατέρας
αὐτοῦ καὶ εἶδε διαφθοράν·
|
36 Η προφητεία αυτή δεν εξεπληρώθη στον Δαυίδ, διότι ο
Δαυίδ, αφού υπηρέτησε τους ανθρώπους της εποχής του, σύμφωνα με την θέλησιν
του Θεού, απέθανε και προσετέθη στους προγόνους του και είδε την αποσύνθεσιν
του θανάτου.
|
|
37 ὃν δὲ ὁ Θεὸς
ἤγειρεν, οὐκ εἶδε διαφθοράν.
|
37 Ο Ιησούς όμως, τον οποίον ο Θεός ανέστησε εκ
νεκρών, δεν είδε αυτήν την φθοράν και αποσύνθεσιν.
|
|
38 γνωστὸν οὖν ἔστω
ὑμῖν, ἄνδρες ἀδελφοί, ὅτι διὰ τούτου ὑμῖν ἄφεσις ἁμαρτιῶν καταγγέλλεται,
|
38 Ας είναι λοιπόν γνωστόν εις σας, άνδρες αδελφοί,
ότι σήμερον κηρύττεται προς σας άφεσις αμαρτιών δια του Ιησού Χριστού.
|
|
39 καὶ ἀπὸ πάντων ὧν
οὐκ ἠδυνήθητε ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως δικαιωθῆναι, ἐν τούτῳ πᾶς ὁ πιστεύων
δικαιοῦται.
|
39 Και από όλας τας παραβάσεις και τα αμαρτήματα, που
δεν ημπορέσατε να απαλλαγήτε και να δικαιωθήτε δια του μωσαϊκού νόμου, κάθε
ένας που πιστεύει στον Ιησούν Χριστόν, παίρνει δι' αυτού την άφεσιν και την
δικαίωσιν.
|
|
40 βλέπετε οὖν μὴ
ἐπέλθῃ ἐφ’ ὑμᾶς τὸ εἰρημένον ἐν τοῖς προφήταις·
|
40 Προσέχετε όμως, μήπως δείξετε απιστίαν και πέσει
επάνω σας εκείνο, που έχει λεχθή εις τα βιβλία των προφητών·
|
|
41 ἴδετε, οἱ
καταφρονηταί, καὶ θαυμάσατε καὶ ἀφανίσθητε, ὅτι ἔργον ἐγὼ ἐργάζομαι ἐν ταῖς
ἡμέραις ὑμῶν, ἔργον ᾧ οὐ μὴ πιστεύσητε ἐάν τις ἐκδιηγῆται ὑμῖν.
|
41 Ιδέτε σεις, που καταφρονείτε τον Θεόν και τα
προστάγματά του. Θαυμάσατε και εξαφανισθήτε· διότι εγώ πραγματοποιώ εις τας
ημέρας σας έργον τιμωρίας και καταστροφής, έργον το οποίον εάν κανείς εκ των
προτέρων σας το διηγηθή, θα σας φανή τόσον παράδοξον, ώστε δεν θα το
πιστεύσετε”.
|
|
42 Ἐξιόντων δὲ αὐτῶν
ἐκ τῆς συναγωγῆς τῶν Ἰουδαίων παρεκάλουν τὰ ἔθνη εἰς τὸ μεταξὺ σάββατον
λαληθῆναι αὐτοῖς τὰ ῥήματα ταῦτα.
|
42 Οταν δε ο Παύλος και ο Βαρνάβας εβγήκαν από την
συναγωγήν των Ιουδαίων, οι εθνικοί που είχαν ακούσει το κήρυγμά του μέσα εις
την συναγωγήν, τους παρακαλούσαν να κηρύξουν εις αυτούς πάλιν τα λόγια αυτά
κατά το προσεχές Σαββατον.
|
|
43 λυθείσης δὲ τῆς
συναγωγῆς ἠκολούθησαν πολλοὶ τῶν Ἰουδαίων καὶ τῶν σεβομένων προσηλύτων τῷ
Παύλῳ καὶ τῷ Βαρνάβᾳ, οἵτινες προσλαλοῦντες αὐτοῖς ἔπειθον αὐτοὺς προσμένειν
τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ.
|
43 Οταν δε έληξε η συγκέντρωσις της συναγωγής, πολλοί
από τους Ιουδαίους και τους προσηλύτους εθνικούς, που εσέβοντο τον Θεόν,
ηκολούθησαν τον Παύλον και τον Βαρνάβαν, οι οποίοι και συνωμιλούσαν με
απλότητα μαζή των και τους έπειθαν να μένουν πιστοί εις την χάριν που τους
έδωκε ο Θεός.
|
|
44 Τῷ δὲ ἐρχομένῳ
σαββάτῳ σχεδὸν πᾶσα ἡ πόλις συνήχθη ἀκοῦσαι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ.
|
44 Κατά το επόμενον δε Σαββατον, όλη σχεδόν η πόλις
είχε συγκεντρωθή, δια να ακούση τον λόγον του Θεού.
|
|
45 ἰδόντες δὲ οἱ
Ἰουδαῖοι τοὺς ὄχλους ἐπλήσθησαν ζήλου καὶ ἀντέλεγον τοῖς ὑπὸ τοῦ Παύλου
λεγομένοις ἀντιλέγοντες καὶ βλασφημοῦντες.
|
45 Οι Ιουδαίοι όμως, όταν είδαν τα πλήθη αυτά του
λαού, κατελήφθησαν από φθόνον και ζηλοτυπίαν και αντέλεγαν εις όσα εδίδασκε ο
Παύλος, παρατάσσοντες ολονέν και νέας σοφιστικάς αντιλογίας, υβρίζοντες και
βλασφημούντες τον Χριστόν και τους Αποστόλους.
|
|
46 παρρησιασάμενοι δὲ
ὁ Παῦλος καὶ ὁ Βαρνάβας εἶπον· Ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον
τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτὸν καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτοὺς τῆς
αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη.
|
46 Ο Παύλος όμως και ο Βαρνάβας ωμίλησαν με παρρησίαν
και θάρρος και τους είπαν· “εις σας, σύμφωνα με το θείον σχέδιον, ήτο ανάγκη
να κηρυχθή πρώτον ο λόγος του Θεού. Επειδή όμως σστον αποκρούετε και δεν τον
δέχεσθε και οι ίδιοι δεν κρίνετε αξίους τους εαυτούς σας δια την αιώνιον
ζωήν, ιδού, στρεφόμεθα τώρα προς τα έθνη.
|
|
47 οὕτω γὰρ ἐντέταλται
ἡμῖν ὁ Κύριος· τέθεικά σε εἰς φῶς ἐθνῶν τοῦ εἶναί σε εἰς σωτηρίαν ἕως ἐσχάτου
τῆς γῆς.
|
47 Διότι τέτοια εντολή μας έχει δώσει ο Κυριος. Δια
του προφήτου Ησαΐου ομιλών προς τον Μεσσίαν είπε· Σε έχω θέσει φως των εθνών,
δια να είσαι συ εις σωτηρίαν όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων έως τα πέρατα της
γης”.
|
|
48 ἀκούοντα δὲ τὰ ἔθνη
ἔχαιρον καὶ ἐδέξαντο τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, καὶ ἐπίστευσαν ὅσοι ἦσαν
τεταγμένοι εἰς ζωὴν αἰώνιον·
|
48 Οι εθνικοί ακούοντες τα λόγια αυτά έχαιραν και
εδέχθησαν τον λόγον του Κυρίου και επίστευσαν, όσοι, δια την καλήν των
διάθεσιν, είχαν προορισθή από τον Θεόν δια την αιώνιον ζωήν.
|
|
49 διεφέρετο δὲ ὁ
λόγος τοῦ Κυρίου δι’ ὅλης τῆς χώρας.
|
49 Διεδίδετο δε ο λόγος του Κυρίου εις όλην την χώραν.
|
|
50 οἱ δὲ Ἰουδαῖοι
παρώτρυναν τὰς σεβομένας γυναῖκας καὶ τὰς εὐσχήμονας καὶ τοὺς πρώτους τῆς
πόλεως καὶ ἐπήγειραν διωγμὸν ἐπὶ τὸν Παῦλον καὶ τὸν Βαρνάβαν, καὶ ἐξέβαλον
αὐτοὺς ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.
|
50 Οι δε Ιουδαίοι εξηρέθισαν και παρεκίνησαν τας
προσηλύτους γυναίκας, που εσέβοντο τον Θεόν, τας γυναίκας της αριστοκρατίας
και τους πρώτους της πόλεως και εξήγειραν διωγμόν εναντίον του Παύλου και του
Βαρνάβα και τους έβγαλαν έξω από τα σύνορα της χώρας των.
|
|
51 οἱ δὲ ἐκτιναξάμενοι
τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν αὐτῶν ἐπ’ αὐτοὺς ἦλθον εἰς Ἰκόνιον.
|
51 Εκείνοι δε εις ένδειξιν διαμαρτυρίας εναντίον των,
ετίναξαν την σκόνην των ποδιών των και ήλθαν στο Ικόνιον.
|
|
52 οἱ δὲ μαθηταὶ
ἐπληροῦντο χαρᾶς καὶ Πνεύματος ἁγίου.
|
52 Οι Χριστιανοί όμως, που έμεναν εις την Αντιόχειαν
και την περιοχήν εγέμιζαν ολονέν και με περισσοτέραν χαράν και Πνεύμα Αγιον.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου