ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15 (ΙΕ)
|
1 Καί τινες κατελθόντες ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας ἐδίδασκον
τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι Ἐὰν μὴ περιτέμνησθε τῷ ἔθει τῷ Μωϋσέως, οὐ δύνασθε σωθῆναι.
|
1 Τοτε κατέβηκαν μερικοί από την
Ιουδαίαν εις την Αντιόχειαν και εδίδασκαν τους εθνικούς Χριστιανούς, ότι “εάν
δεν περιτέμνεσθε, σύμφωνα με το έθιμον, το οποίον και ο Μωϋσής ενομοθέτησε,
δεν είναι δυνατόν να σωθήτε”.
|
|
2 γενομένης οὖν στάσεως καὶ ζητήσεως οὐκ ὀλίγης τῷ
Παύλῳ καὶ τῷ Βαρνάβᾳ πρὸς αὐτοὺς, ἔταξαν ἀναβαίνειν Παῦλον καὶ Βαρνάβαν καί
τινας ἄλλους ἐξ αὐτῶν πρὸς τοὺς ἀποστόλους καὶ πρεσβυτέρους εἰς Ἰερουσαλὴμ
περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
|
2 Επειδή λοιπόν έγινε φιλονεικία
και μεγάλη συζήτησις του Παύλου και του Βαρνάβα προς αυτούς, ώρισαν οι
αδελφοί της Αντιοχείας να ανεβούν ο Παύλος και ο Βαρνάβας και μερικοί άλλοι
από αυτούς εις τα Ιεροσόλυμα προς τους Αποστόλους και τους πρεσβυτέρους, δια
να θέσουν και λύσουν οριστικώς το ζήτημα αυτό.
|
|
3 Οἱ μὲν οὖν προπεμφθέντες ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας
διήρχοντο τὴν Φοινίκην καὶ Σαμάρειαν ἐκδιηγούμενοι τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ἐθνῶν,
καὶ ἐποίουν χαρὰν μεγάλην πᾶσι τοῖς ἀδελφοῖς.
|
3 Αυτοί λοιπόν καταυοδωθέντες από
τα μέλη της Εκκλησίας, επερνούσαν την περιοχήν της Φοινίκης και της
Σαμαρείας, διηγούμενοι την επιστροφήν των εθνικών στον Χριστόν και
επροκαλούσαν έτσι χαράν μεγάλην εις όλους τους αδελφούς.
|
|
4 παραγενόμενοι δὲ εἰς Ἱερουσαλὴμ ἀπεδέχθησαν ὑπὸ τῆς
ἐκκλησίας καὶ τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν πρεσβυτέρων, ἀνήγγειλάν τε ὅσα ὁ Θεὸς
ἐποίησε μετ’ αὐτῶν, καὶ ὅτι ἤνοιξε τοῖς ἔθνεσι θύραν πίστεως.
|
4 Οταν δε έφθασαν εις την
Ιερουσαλήμ, τους υπεδέχθησαν τα μέλη της Εκκλησίας και οι Απόστολοι και οι
πρεσβύτεροι. Και αυτοί εγνωστοποίησαν όσα ο Θεός έκαμε μαζή των και ότι
ήνοιξε στους εθνικούς την θύραν της πίστεως και της σωτηρίας.
|
|
5 Ἐξανέστησαν δέ τινες τῶν ἀπὸ τῆς αἱρέσεως τῶν
Φαρισαίων πεπιστευκότες, λέγοντες ὅτι δεῖ περιτέμνειν αὐτοὺς παραγγέλλειν τε
τηρεῖν τὸν νόμον Μωϋσέως.
|
5 Εσηκώθηκαν όμως μερικοί, οι
οποίοι προήρχοντο από την τάξιν των Φαρισαίων αλλά είχαν πιστεύσει στον
Χριστόν, και έλεγαν, ότι πρέπει να περιτέμνουν τους εθνικούς, που δέχονται
την νέαν πίστιν, και να τους παραγγέλουν να τηρούν όλας τας διατάξστου
μωσαϊκού νόμου.
|
|
6 Συνήχθησαν δὲ οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἰδεῖν
περὶ τοῦ λόγου τούτου.
|
6 Συνεκεντρώθησαν λοιπόν οι
Απόστολοι και οι πρεσβύτεροι, δια να ιδούν και συσκεφθούν επάνω εις αυτό το
ζήτημα.
|
|
7 Πολλῆς δὲ συζητήσεως γενομένης ἀναστὰς Πέτρος εἶπε
πρὸς αὐτούς· Ἄνδρες ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐπίστασθε ὅτι ἀφ’ ἡμερῶν ἀρχαίων ὁ Θεὸς ἐν
ὑμῖν ἐξελέξατο διὰ τοῦ στόματός μου ἀκοῦσαι τὰ ἔθνη τὸν λόγον τοῦ εὐαγγελίου
καὶ πιστεῦσαι.
|
7 Αφού δε έγινε πολλή συζήτησις,
εσηκώθηκε ο Πετρος και είπε εις αυτούς· “άνδρες αδελφοί, σεις γνωρίζετε ότι
εδώ και αρκετά χρόνια ο Θεός εδιάλεξε μεταξύ των Αποστόλων εμέ, δια να
ακούσουν οι εθνικοί από το στόμα μου τα λόγια του Ευαγγελίου και να
πιστεύσουν (Εννοώ τον Κορνήλιον και την ομάδα του).
|
|
8 καὶ ὁ καρδιογνώστης Θεὸς ἐμαρτύρησεν αὐτοῖς δοὺς
αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καθὼς καὶ ἡμῖν,
|
8 Και ο Θεός, που γνωρίζει τας καρδίας
των ανθρώπων, έδωκε μαρτυρίαν υπέρ αυτών, ότι ημπορούν να πιστεύσουν και να
σωθούν, διότι μετέδωσε εις αυτούς τότε το Πνεύμα το Αγιον, όπως και εις ημάς.
|
|
9 καὶ οὐδὲν διέκρινε μεταξὺ ἡμῶν τε καὶ αὐτῶν τῇ
πίστει καθαρίσας τὰς καρδίας αὐτῶν.
|
9 Και δεν έκαμε καμμίαν απολύτως
διάκρισιν μεταξύ ημών, που είμεθα περιτμημένοι και εκείνων, που ήσαν
απερίτμητοι, καθαρίσας και αγιάσας τας καρδίας αυτών με μόνην την πίστιν στον
Χριστόν.
|
|
10 νῦν οὖν τί
πειράζετε τὸν Θεόν, ἐπιθεῖναι ζυγὸν ἐπὶ τὸν τράχηλον τῶν μαθητῶν, ὃν οὔτε οἱ
πατέρες ἡμῶν οὔτε ἡμεῖς ἰσχύσαμεν βαστάσαι;
|
10 Τωρα λοιπόν, ύστερα από αυτό το
ολοφάνερο γεγονός, διατί προκαλείτε τον Θεόν να κάμη κάτι διαφορετικόν από
ο,τι προηγουμένως είχε πράξει, να επιβάλη δηλαδή ζυγόν στον τράχηλον των
εθνικών Χριστιανών, τον οποίον ζυγόν ούτε οι πατέρες μας ούτε ημείς
ημπορέσαμεν να βαστάσωμεν;
|
|
11 ἀλλὰ διὰ τῆς
χάριτος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ πιστεύομεν σωθῆναι καθ’ ὃν τρόπον κἀκεῖνοι.
|
11 Αλλά πιστεύομεν ότι και ημείς οι
Ιουδαίοι θα σωθώμεν όχι με τας τυπικάς διατάξστου Νομου, αλλά με την χάριν
του Θεού, όπως και εκείνοι”.
|
|
12 Ἐσίγησε δὲ πᾶν τὸ
πλῆθος καὶ ἤκουον Βαρνάβα καὶ Παύλου ἐξηγουμένων ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς σημεῖα
καὶ τέρατα ἐν τοῖς ἔθνεσι δι’ αὐτῶν.
|
12 Εμεινε δε άφωνον όλο εκείνο το
πλήθος των πιστών και ήκουον με προσοχήν τον Βαρνάβαν και τον Παύλον, οι
οποίοι διηγούντο όσα καταπληκτικά θαύματα και σημεία, εις επικύρωσιν του
κηρύγματος, έκαμε ο Θεός δια μέσου αυτών στους εθνικούς.
|
|
13 Μετὰ δὲ τὸ σιγῆσαι
αὐτοὺς ἀπεκρίθη Ἰάκωβος λέγων· Ἄνδρες ἀδελφοί, ἀκούσατέ μου.
|
13 Αφού δε και αυτοί έπαυσαν να
ομιλούν, απήντησεν ο Ιάκωβος προς τους αντιλέγοντας Ιουδαίους και είπε·
“άνδρες αδελφοί, ακούστε με με προσοχήν.
|
|
14 Συμεὼν ἐξηγήσατο
καθὼς πρῶτον ὁ Θεὸς ἐπεσκέψατο λαβεῖν ἐξ ἐθνῶν λαὸν ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.
|
14 Ο Συμεών, δηλαδή ο Πετρος, σας
διηγήθηκε και σας έδωκε εξηγήσεις, πως πρώτην φοράν ο Θεός επεσκέφθη με την
χάριν του τα ειδωλολατρικά έθνη, ώστε να αποκτήση από αυτά πιστόν λαόν εν τω
ονόματί του.
|
|
15 καὶ τούτῳ
συμφωνοῦσιν οἱ λόγοι τῶν προφητῶν, καθὼς γέγραπται·
|
15 Και με το γεγονός αυτό συμφωνούν
και οι λόγοι των προφητών, όπως έχει γραφή και από τον προφήτην Αμώς·
|
|
16 μετὰ ταῦτα
ἀναστρέψω καὶ ἀνοικοδομήσω τὴν σκηνὴν Δαυῒδ τὴν πεπτωκυῖαν, καὶ τὰ
κατεσκαμμένα αὐτῆς ἀνοικοδομήσω καὶ ἀνορθώσω αὐτήν,
|
16 Επειτα από αυτά, λέγει ο Θεός,
ύστερα δηλαδή από την έλευσιν του Μεσσίου, θα επιστρέψω και θα ανοικοδομήσω
τον κρημνισμένον οίκον και τον βασιλικόν θρόνον του Δαυίδ και τα ερείπια
αυτών θα τα ξανακτίσω και θα ανορθώσω την βασιλείαν του με την πνευματικήν
βασιλεία του Χριστού.
|
|
17 ὅπως ἂν ἐκζητήσωσιν
οἱ κατάλοιποι τῶν ἀνθρώπων τὸν Κύριον, καὶ πάντα τὰ ἔθνη ἐφ’ οὓς ἐπικέκληται
τὸ ὄνομά μου ἐπ’ αὐτούς, λέγει Κύριος ὁ ποιῶν ταῦτα πάντα.
|
17 Και τούτο, δια να ζητήσουν τον
Κυριον, όχι μόνον οι Ιουδαίοι, αλλά και οι υπόλοιποι εκ των ανθρώπων και όλοι
οι εθνικοί, στους οποίους θα έχη δοθή ως όνομα το όνομά μου, δια να είναι
ιδικοί μου, λέγει ο Κυριος, ο οποίος κάμνει όλα αυτά.
|
|
18 γνωστὰ ἀπ’ αἰῶνός
ἐστι τῷ Θεῷ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ.
|
18 Είναι δε στον Θεόν προαιωνίως
γνωστά όλα αυτά τα έργα του.
|
|
19 διὸ ἐγὼ κρίνω μὴ
παρενοχλεῖν τοῖς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν ἐπιστρέφουσιν ἐπὶ τὸν Θεόν,
|
19 Δια τούτο εγώ κρίνω να μην
ενοχλούμεν και να μη φορτώνωμεν με τας διατάξστου μωσαϊκού νόμου τους
εθνικούς, οι οποίοι επιστρέφουν με πίστιν στον Θεόν.
|
|
20 ἀλλὰ ἐπιστεῖλαι
αὐτοῖς τοῦ ἀπέχεσθαι ἀπὸ τῶν ἀλισγημάτων τῶν εἰδώλων καὶ τῆς πορνείας καὶ τοῦ
πνικτοῦ καὶ τοῦ αἵματος.
|
20 Αλλά κρίνω μόνον να στείλωμε εις
αυτούς γραπτόν μήμυμα να απέχουν από τους μολυσμούς των ειδώλων, από την
πορνείαν και να μη τρώγουν πνιγμένον ζώον και να μη πίνουν αίμα.
|
|
21 Μωϋσῆς γὰρ ἐκ
γενεῶν ἀρχαίων κατὰ πόλιν τοὺς κηρύσσοντας αὐτὸν ἔχει ἐν ταῖς συναγωγαῖς κατὰ
πᾶν σάββατον ἀναγινωσκόμενος.
|
21 Πρέπει δε να απαγορεύσωμεν εκτός
της πορνείας και τα ειδωλόθυτα και το κρέας του πνικτού ζώου και το αίμα,
διότι ο Μωϋσής από αρχαίας γενεάς έχει εις κάθε πόλιν ραββίνους, που τον
κηρύττουν εις τας συναγωγάς, αφού κάθε Σαββατον διαβάζονται περικοπαί από τον
Νομον του”.
|
|
22 Τότε ἔδοξε τοῖς
ἀποστόλοις καὶ τοῖς πρεσβυτέροις σὺν ὅλῃ τῇ ἐκκλησίᾳ ἐκλεξαμένους ἄνδρας ἐξ
αὐτῶν πέμψαι εἰς Ἀντιόχειαν σὺν τῷ Παύλῳ καὶ Βαρνάβᾳ, Ἰούδαν τὸν
ἐπικαλούμενον Βαρσαββᾶν καὶ Σίλαν, ἄνδρας ἡγουμένους ἐν τοῖς ἀδελφοῖς,
|
22 Τοτε εφάνηκε ορθόν στους
Αποστόλους και τους πρεσβυτέρους μαζή με όλην την Εκκλησίαν, αφού εκλέξουν
άνδρας εκ των Χριστιανών της Ιερουσαλήμ, να τους στείλουν εις την Αντιόχειαν
μαζή με τον Παύλον και τον Βαρνάβαν· εξέλεξαν δε τον Ιούδαν, που ελέγετο και
Βαρσαββάς, και τον Σιλαν άνδρας, οι οποίοι κατείχαν ηγετικάς θέσεις μεταξύ
των αδελφών.
|
|
23 γράψαντες διὰ
χειρὸς αὐτῶν τάδε· Οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῖς κατὰ
τὴν Ἀντιόχειαν καὶ Συρίαν καὶ Κιλικίαν ἀδελφοῖς τοῖς ἐξ ἐθνῶν χαίρειν.
|
23 Εγραψαν δε επιστολήν με το εξής
περιεχόμενον, την οποίαν έστειλαν με τους δύο αυτούς αντιπροσώπους· “Οι
Απόστολοι και οι πρεσβύτεροι και οι Χριστιανοί των Ιεροσολύμων χαιρετίζουν
τους αδελφούς, που προέρχονται από τα έθνη και κατοικούν εις την Αντιόχειαν,
την Συρίαν και την Κιλικίαν.
|
|
24 Ἐπειδὴ ἠκούσαμεν
ὅτι τινὲς ἐξ ἡμῶν ἐξελθόντες ἐτάραξαν ὑμᾶς λόγοις ἀνασκευάζοντες τὰς ψυχὰς
ὑμῶν, λέγοντες περιτέμνεσθαι καὶ τηρεῖν τὸν νόμον, οἷς οὐ διεστειλάμεθα,
|
24 Επειδή ηκούσαμεν ότι μερικοί, οι
οποίοι προέρχονται από ημάς τους εξ Ιουδαίων Χριστιανούς και στους οποίους
ημείς δεν εδώσαμεν καμμίαν σχετικήν εντολήν, σας ετάραξαν και με αστηρίκτους
λόγους κλονίζουν τας ψυχάς σας, διδάσκοντες να περιτέμνεσθε και να τηρήτε τον
Νομον του Μωϋσέως,
|
|
25 ἔδοξεν ἡμῖν
γενομένοις ὁμοθυμαδὸν, ἐκλεξαμένους ἄνδρας πέμψαι πρὸς ὑμᾶς σὺν τοῖς
ἀγαπητοῖς ἡμῶν Βαρνάβᾳ καὶ Παύλῳ,
|
25 μας εφάνη καλόν και ορθόν και
ελάβομεν ομόφωνον απόφασιν, αφού εκλέξωμεν σοβαρούς και πιστούς άνδρας ως
αντιπροσώπους μας, να τους στείλωμεν προς σας μαζή με τους αγαπητούς μας
Βαρνάβαν και Παύλον,
|
|
26 ἀνθρώποις
παραδεδωκόσι τὰς ψυχὰς αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
|
26 ανθρώπους οι οποίοι έχουν
παραδώσει και εκθέσει την ζωήν των εις κίνδυνον δια το όνομα του Κυρίου ημών
Ιησού Χριστού.
|
|
27 ἀπεστάλκαμεν οὖν
Ἰούδαν καὶ Σίλαν καὶ αὐτοὺς διὰ λόγου ἀπαγγέλλοντας τὰ αὐτά.
|
27 Λοιπόν μαζή με αυτούς εστείλαμεν
τον Ιούδαν και τον Σιλαν, οι οποίοι θα σας πουν και προφορικώς τα ίδια, που
είναι γραμμένα και εις την επιστολήν μας.
|
|
28 ἔδοξεν γὰρ τῷ ἁγίῳ
Πνεύματι καὶ ἡμῖν μηδὲν πλέον ἐπιτίθεσθαι ὑμῖν βάρος πλὴν τῶν ἐπάναγκες
τούτων,
|
28 Εκρίθη και απεφασίσθη ως ορθόν
και αληθές από το Αγιον Πνεύμα και ημάς, να μη σας επιβάλωμεν κανένα άλλο
βάρος πλην από αυτά, που είναι απαραίτητα και αναγκαία.
|
|
29 ἀπέχεσθαι
εἰδωλοθύτων καὶ αἵματος καὶ πνικτοῦ καὶ πορνείας· ἐξ ὧν διατηροῦντες ἑαυτοὺς
εὖ πράξετε. ἔρρωσθε.
|
29 Δηλαδή, να απέχετε από τα
ειδωλόθυτα και από το αίμα και από το πνικτόν και από την πορνείαν. Από αυτά
εάν φυλάττετε τους εαυτούς σας καθαρούς, θα προοδεύσετε εις την ειρηνικήν
κατά Χριστόν ζωήν. Χαίρετε”.
|
|
30 Οἱ μὲν οὖν
ἀπολυθέντες ἦλθον εἰς Ἀντιόχειαν, καὶ συναγαγόντες τὸ πλῆθος ἐπέδωκαν τὴν
ἐπιστολήν.
|
30 Αυτοί λοιπόν κατευοδωθέντες με
τας ευχάς της Εκκλησίας ήλθαν εις την Αντιόχειαν, εμάζεψαν το πλήθος των
Χριστιανών και παρέδωκαν την επιστολήν.
|
|
31 ἀναγνόντες δὲ
ἐχάρησαν ἐπὶ τῇ παρακλήσει.
|
31 Οταν δε οι Χριστιανοί την
ανέγνωσαν, εχάρησαν δια την ειρήνην και την ενίσχυσιν, που τους έδωκε.
|
|
32 Ἰούδας τε καὶ
Σίλας, καὶ αὐτοὶ προφῆται ὄντες, διὰ λόγου πολλοῦ παρεκάλεσαν τοὺς ἀδελφοὺς
καὶ ἐπεστήριξαν.
|
32 Και ο Ιούδας και ο Σιλας, οι
οποίοι ήσαν προφήται και αυτοί, με πολλούς λόγους παρηγόρησαν, καθησύχασαν
και εστήριξαν εις την ορθήν πίστιν τους αδελφούς.
|
|
33 ποιήσαντες δὲ
χρόνον ἀπελύθησαν μετ’ εἰρήνης ἀπὸ τῶν ἀδελφῶν πρὸς τοὺς ἀποστόλους.
|
33 Αφού δε έμειναν αρκετόν χρόνον
εκεί, κατευωδώθησαν με ευχάς ειρηνικάς από τους αδελφούς της Αντιοχείας δια
τα Ιεροσόλυμα.
|
|
34 ἔδοξε δὲ τῷ Σίλᾳ
ἐπιμεῖναι αὐτοῦ.
|
34 Εις τον Σιλαν όμως εφάνη
προτιμότερον να παραμείνη εκεί.
|
|
35 Παῦλος δὲ καὶ
Βαρνάβας διέτριβον ἐν Ἀντιοχείᾳ διδάσκοντες καὶ εὐαγγελιζόμενοι μετὰ καὶ
ἑτέρων πολλῶν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου.
|
35 Ο δε Παύλος και ο Βαρνάβας
παρέμειναν εις την Αντιόχειαν διδάσκοντες και κηρύττοντες το Ευαγγέλιον του
Κυρίου μαζή και με πολλούς άλλους κήρυκας.
|
|
36 Μετὰ δέ τινας
ἡμέρας εἶπε Παῦλος πρὸς Βαρνάβαν· Ἐπιστρέψαντες δὴ ἐπισκεψώμεθα τοὺς ἀδελφοὺς
ἡμῶν κατὰ πᾶσαν πόλιν ἐν αἷς κατηγγείλαμεν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, πῶς ἔχουσι.
|
36 Επειτα δε από μερικάς ημέρας είπε
ο Παύλος προς τον Βαρνάβαν· “λοιπόν τώρα, ας επανέλθωμεν και ας επισκεφθώμεν
τους αδελφούς μας εις όλας εκείνας τας πόλεις, εις τας οποίας κατά την προηγουμένην
περιοδείαν μας εκηρύξαμεν τον λόγον του Κυρίου, και ας ίδωμεν εις ποίαν
κατάστασιν ευρίσκονται ως προς την πίστιν και την αρετήν.
|
|
37 Βαρνάβας δὲ
ἐβουλεύσατο συμπαραλαβεῖν τὸν Ἰωάννην τὸν καλούμενον Μᾶρκον·
|
37 Ο Βαρνάβας δε εσκέφθηκε και ηθέλησε
να πάρη μαζή του τον Ιωάννην, που ελέγετο Μάρκος.
|
|
38 Παῦλος δὲ ἠξίου,
τὸν ἀποστάντα ἀπ’ αὐτῶν ἀπὸ Παμφυλίας καὶ μὴ συνελθόντα αὐτοῖς εἰς τὸ ἔργον,
μὴ συμπαραλαβεῖν τοῦτον.
|
38 Ο Παύλος όμως έκρινε ορθόν, να μη
πάρουν μαζή των εκείνον, που τους είχε εγκαταλείψει από την Παμφυλίαν και δεν
επήγε μαζή των στο έργον της ιεραποστολής.
|
|
39 ἐγένετο οὖν
παροξυσμὸς, ὥστε ἀποχωρισθῆναι αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων, τόν τε Βαρνάβαν
παραλαβόντα τὸν Μᾶρκον ἐκπλεῦσαι εἰς Κύπρον.
|
39 Εγινε δε τότε ζωηρά διαφωνία και
φιλονεικία, ώστε οι δύο Απόστολοι να χωρίσουν ο ένας από τον άλλον και ο
Βαρνάβας μαζή με τον Μάρκον να πλεύσουν εις την Κυπρον.
|
|
40 Παῦλος δὲ
ἐπιλεξάμενος Σίλαν ἐξῆλθε, παραδοθεὶς τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν,
|
40 Ο Παύλος όμως, αφού εξέλεξε ως
συνοδόν του τον Σιλαν, ανεχώρησεν από την Αντιόχειαν με τας ευχάς των
αδελφών, οι οποίοι τον παρέδωσαν και τον ενεπιστεύθησαν εις την χάριν του
Θεού.
|
|
41 διήρχετο δὲ τὴν
Συρίαν καὶ Κιλικίαν ἐπιστηρίζων τὰς ἐκκλησίας.
|
41 Περιώδευε δε την Συρίαν και την
Κιλικίαν στηρίζων εις την κατά Χριστόν πίστιν και ζωήν τους Χριστιανούς των
κατά τόπους Εκκλησιών.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου