ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19 (ΙΘ)
|
1 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ τὸν Ἀπολλὼ εἶναι ἐν Κορίνθῳ Παῦλον
διελθόντα τὰ ἀνωτερικὰ μέρη ἐλθεῖν εἰς Ἔφεσον· καὶ εὑρὼν μαθητάς τινας
|
1 Οταν δε ο Απολλώς ευρίσκετο εις την Κορινθον, ο
Παύλος, αφού επέρασε τα βαρειότερα μέρη της Μ. Ασίας, ήλθε εις την Εφεσον,
όπου και ευρήκε μερικούς μαθητάς.
|
|
2 εἶπε πρὸς αὐτούς· Εἰ πνεῦμα ἅγιον ἐλάβετε
πιστεύσαντες; οἱ δὲ εἶπον πρὸς αὐτόν· Ἀλλ’ οὐδὲ εἰ Πνεῦμα ἅγιόν ἐστιν
ἠκούσαμεν.
|
2 Είπε δε προς αυτούς εάν, όταν επίστευσαν, έλαβαν
Πνεύμα Αγιον. Εκείνοι δε του απήντησαν· “ημείς δεν έχομεν ακούσει ούτε και αν
υπάρχη Πνεύμα Αγιον”.
|
|
3 εἶπέ τε πρὸς αὐτούς· Εἰς τί οὖν ἐβαπτίσθητε; οἱ δὲ
εἶπον· Εἰς τὸ Ἰωάννου βάπτισμα.
|
3 Και είπε τότε προς αυτούς· “εις τίνος το όνομα και
ποίου είδους βάπτισμα εβαπτίσθητε;” Εκείνοι δε του είπαν· “εβαπτίσθημεν στο
βάπτισμα του Ιωάννου”.
|
|
4 εἶπε δὲ Παῦλος· Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισε βάπτισμα
μετανοίας, τῷ λαῷ λέγων εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ’ αὐτὸν ἵνα πιστεύσωσι, τοῦτ’
ἔστιν εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν.
|
4 Είπε δε ο Παύλος· “ο Ιωάννης μεν σας εβάπτισε εις
βάπτισμα μετανοίας και προπαρασκευής, λέγων συγχρόνως στον λαόν να πιστεύσουν
εις εκείνον, που θα ήρχετο κατόπιν από αυτόν, δηλαδή στον Ιησούν Χριστόν, ο
οποίος και μόνος θα έδιδε άφεσιν και σωτηρίαν”.
|
|
5 ἀκούσαντες δὲ ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου
Ἰησοῦ.
|
5 Οταν δε εκείνοι ήκουσαν αυτά, επίστευσαν και
εβαπτίσθησαν στο όνομα του Κυρίου Ιησού.
|
|
6 καὶ ἐπιθέντος αὐτοῖς τοῦ Παύλου τὰς χεῖρας ἦλθε τὸ
Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐπ’ αὐτούς, ἐλάλουν τε γλώσσαις καὶ προεφήτευον.
|
6 Και όταν ο Παύλος έθεσε τας χείρας του επάνω εις
την κεφαλήν των, κατήλθεν εις αυτούς το Πνεύμα το Αγιον, επήραν και ειδικά
χαρίσματα, ωμιλούσαν διαφόρους γλώσσας αγνώστους προηγουμένως εις αυτούς και
επροφήτευσαν.
|
|
7 ἦσαν δὲ οἱ πάντες ἄνδρες ὡσεὶ δεκαδύο.
|
7 Ολοι δε αυτοί ήσαν περίπου δώδεκα άνδρες.
|
|
8 Εἰσελθὼν δὲ εἰς τὴν συναγωγὴν ἐπαρρησιάζετο ἐπὶ
μῆνας τρεῖς διαλεγόμενος καὶ πείθων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
|
8 Επειτα δε από το γεγονός αυτό ο Παύλος εισήλθε εις
την συναγωγήν των Εβραίων, εκήρυττε με θάρρος επί τρεις μήνας, συνδιελέγετο
με τους Ιουδαίους και με τα χωρία της Γραφής και τα άλλα επιχειρήματα τους
έπειθε να πιστεύσουν εις την βασιλείαν του Θεού.
|
|
9 ὡς δέ τινες ἐσκληρύνοντο καὶ ἠπείθουν κακολογοῦντες
τὴν ὁδὸν ἐνώπιον τοῦ πλήθους, ἀποστὰς ἀπ’ αὐτῶν ἀφώρισε τοὺς μαθητάς, καθ’
ἡμέραν διαλεγόμενος ἐν τῇ σχολῇ Τυράννου τινός.
|
9 Επειδή όμως μερικοί από τους Ιουδαίους εσκληρύνοντο
και δεν επίστευαν, διέβαλλαν δε και εβλασφημούσαν την οδόν της πίστεως και
της σωτηρίας εμπρός στο πλήθος, απομακρύνθηκε από αυτούς ο Παύλος, εξεχώρισε
τους μαθητάς από όσους δεν είχαν πιστεύσει και από τότε εκήρυττε και
συνδιελέγετο καθημερινώς εις την σχολήν κάποιου, που ελέγετο Τυραννος.
|
|
10 τοῦτο δὲ ἐγένετο
ἐπὶ ἔτη δύο, ὥστε πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὴν Ἀσίαν ἀκοῦσαι τὸν λόγον τοῦ
Κυρίου Ἰησοῦ, Ἰουδαίους τε καὶ Ἕλληνας.
|
10 Το έργον δε αυτό του Παύλου συνεχίσθηκε επί δύο
έτη, ώστε όλοι όσοι κατοικούσαν την Ασίαν, και Ιουδαίοι και Ελληνες, ήκουσαν
την διδασκαλίαν του Κυρίου Ιησού.
|
|
11 Δυνάμεις τε οὐ τὰς
τυχούσας ἐποίει ὁ Θεὸς διὰ τῶν χειρῶν Παύλου,
|
11 Και ο Θεός, δια μέσου των χειρών του Παύλου, έκανε
θαύματα όχι μικρά και τυχαία,
|
|
12 ὥστε καὶ ἐπὶ τοὺς
ἀσθενοῦντας ἐπιφέρεσθαι ἀπὸ τοῦ χρωτὸς αὐτοῦ σουδάρια ἢ σιμικίνθια καὶ
ἀπαλλάσσεσθαι ἀπ’ αὐτῶν τὰς νόσους, τά τε πνεύματα τὰ πονηρὰ ἐξέρχεσθαι ἀπ’
αὐτῶν.
|
12 ώστε έπαιρναν οι άνθρωποι πετσέτες, με τις οποίες
είχε καλύψει το πρόσωπόν του ο Παύλος η μανδήλιά που εσφόγγιζε τον ιδρώτα, τα
έφερναν επάνω στους αρρώστους και έφευγαν από αυτούς αι ασθένειαι, όπως
επίσης έβγαιναν από αυτούς και τα πονηρά πνεύματα.
|
|
13 Ἐπεχείρησαν δέ
τινες ἀπὸ τῶν περιερχομένων Ἰουδαίων ἐξορκιστῶν ὀνομάζειν ἐπὶ τοὺς ἔχοντας τὰ
πνεύματα τὰ πονηρὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ λέγοντες· Ὁρκίζομεν ὑμᾶς τὸν
Ἰησοῦν ὃν ὁ Παῦλος κηρύσσει.
|
13 Μερικοί δε από τους Ιουδαίους, που περιήρχοντο τα
διάφορα μέρη και με εξορκισμούς έδιωχναν δαιμόνια, επεχείρησαν να
επικαλεσθούν το όνομα του Κυρίου Ιησού, δια να θεραπεύσουν εκείνους, που
είχαν πονηρά πνεύματα, λέγοντες· “σας εξορκίζομεν στον Ιησούν, τον οποίον ο
Παύλος κηρύττει, να φύγετε από αυτούς, που βασανίζετε”.
|
|
14 ἦσαν δέ τινες υἱοὶ
Σκευᾶ Ἰουδαίου ἀρχιερέως ἑπτὰ οἱ τοῦτο ποιοῦντες.
|
14 Αυτοί δε που έκαναν τούτο ήσαν επτά παιδιά του
Ιουδαίου αρχιερέως Σκευά.
|
|
15 ἀποκριθὲν δὲ τὸ
πνεῦμα τὸ πονηρὸν εἶπε· Τὸν Ἰησοῦν γινώσκω καὶ τὸν Παῦλον ἐπίσταμαι· ὑμεῖς δὲ
τίνες ἐστέ;
|
15 Απήντησε δε το πονηρόν πνεύμα και είπε· “γνωρίζω
τον Ιησούν, και τον Παύλον επίσης τον ξεύρω καλά· σεις όμως ποίοι είσθε;”
|
|
16 καὶ ἐφαλλόμενος ἐπ’
αὐτοὺς ὁ ἄνθρωπος, ἐν ᾧ ἦν τὸ πνεῦμα τὸ πονηρὸν, κατακυριεύσας αὐτῶν ἴσχυσε
κατ’ αὐτῶν, ὥστε γυμνοὺς καὶ τετραυματισμένους ἐκφυγεῖν ἐκ τοῦ οἴκου ἐκείνου.
|
16 Και ο άνθρωπος μέσα στον οποίον υπήρχε το πονηρόν
πνεύμα, επήδησε με ορμήν επάνω εις αυτούς τους ήρπασε με μεγάλην δύναμιν
(κατά παραχώρησιν Θεού δια να τους τιμωρήση) τους έβαλε κάτω και ήρχισε να
τους κτυπά, ώστε αυτοί μισόγυμνοι και τραυματισμένοι κατώρθωσαν να ξεφύγουν
από το σπίτι του δαιμονιζομένου εκείνου.
|
|
17 τοῦτο δὲ ἐγένετο
γνωστὸν πᾶσιν Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι τοῖς κατοικοῦσι τὴν Ἔφεσον, καὶ ἐπέπεσε
φόβος ἐπὶ πάντας αὐτούς, καὶ ἐμεγαλύνετο τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ·
|
17 Το γεγονός δε αυτό έγινε γνωστόν εις όλους τους
Ιουδαίους και τους Ελληνας, που κατοικούσαν εις την Εφεσον και οι οποίοι δεν
είχαν πιστεύσει στον Χριστόν, και εκυριεύθησαν όλοι από μεγάλον φόβον και
εδοξάζετο το όνομα του Κυρίου Ιησού.
|
|
18 πολλοί τε τῶν
πεπιστευκότων ἤρχοντο ἐξομολογούμενοι καὶ ἀναγγέλλοντες τὰς πράξεις αὐτῶν.
|
18 Πολλοί δε από εκείνους, που είχαν πιστεύσει,
ήρχοντο, εξωμολογούντο και ανεκοίνωναν δημοσία τας κακάς των πράξεις.
|
|
19 ἱκανοὶ δὲ τῶν τὰ
περίεργα πραξάντων συνενέγκαντες τὰς βίβλους κατέκαιον ἐνώπιον πάντων· καὶ
συνεψήφισαν τὰς τιμὰς αὐτῶν καὶ εὗρον ἀργυρίου μυριάδας πέντε.
|
19 Αρκετοί δε πάλιν από εκείνους, που είχαν κάμει
διαφόρους μαγικάς πράξεις, έφεραν μαζή των τα μαγικά βιβλία και τα έκαιαν
εμπρός εις όλους. Και υπελόγισαν την τιμήν της πωλήσεως των βιβλίων αυτών και
ευρήκαν ότι άξιζαν πενήντα χιλιάδες αργυρά νομίσματα.
|
|
20 Οὕτω κατὰ κράτος ὁ
λόγος τοῦ Κυρίου ηὔξανε καὶ ἴσχυεν.
|
20 Ετσι ο λόγος του Κυρίου διεδίδετο με δύναμιν πολλήν
και επεβάλλετο ολονέν και περισσότερον.
|
|
21 Ὡς δὲ ἐπληρώθη
ταῦτα, ἔθετο ὁ Παῦλος ἐν τῷ πνεύματι διελθὼν τὴν Μακεδονίαν καὶ Ἀχαΐαν
πορεύεσθαι εἰς Ἱεροσαλήμ, εἰπὼν ὅτι Μετὰ τὸ γενέσθαι με ἐκεῖ δεῖ με καὶ Ρώμην
ἰδεῖν.
|
21 Οταν δε έγιναν όλα αυτά, εσκέφθηκε και επήρε την
απόφασιν ο Παύλος να περιοδεύση την Μακεδονίαν και Αχαΐαν και κατόπιν να
πορευθή εις την Ιερουσαλήμ, προσθέσας ότι “μετά την άφιξίν μου εις Ιεροσόλυμα
πρέπει να υπάγω να ίδω και την Ρωμην”.
|
|
22 ἀποστείλας δὲ εἰς
τὴν Μακεδονίαν δύο τῶν διακονούντων αὐτῷ, Τιμόθεον καὶ Ἔραστον, αὐτὸς ἐπέσχε
χρόνον εἰς τὴν Ἀσίαν.
|
22 Αφού δε έστειλε εις την Μακεδονίαν δύο από τους
μαθητάς του, που τον υπηρετούσαν στο έργον του, τον Τιμόθεον και τον Εραστον,
αυτός έμεινε ολίγον ακόμη χρόνον εις την Ασίαν.
|
|
23 Ἐγένετο δὲ κατὰ τὸν
καιρὸν ἐκεῖνον τάραχος οὐκ ὀλίγος περὶ τῆς ὁδοῦ.
|
23 Εγινε δε κατά τον χρόνον αυτόν μεγάλη αναταραχή δια
την οδόν της σωτηρίας που είχε αποκαλύψει ο Κυριος.
|
|
24 Δημήτριος γάρ τις
ὀνόματι, ἀργυροκόπος, ποιῶν ναοὺς ἀργυροῦς Ἀρτέμιδος παρείχετο τοῖς τεχνίταις
ἐργασίαν οὐκ ὀλίγην·
|
24 Διότι κάποιος, ονόματι Δημήτριος, που κατειργάζετο
τον άργυρον και έκανε μικρούς αργυρούς ναούς, μικρογραφίες του ναού της
Αρτέμιδος, και έδιδε επικερδή εργασίαν στους τεχνίτας,
|
|
25 οὓς συναθροίσας καὶ
τοὺς περὶ τὰ τοιαῦτα ἐργάτας εἶπεν· Ἄνδρες, ἐπίστασθε ὅτι ἐκ ταύτης τῆς
ἐργασίας ἡ εὐπορία ἡμῶν ἐστι,
|
25 αυτός εμάζευσε όλους εκείνους, που ησχολούντο με τα
έργα αυτά, και τους είπε· “άνδρες, γνωρίζετε πολύ καλά, ότι από αυτό το
επάγγελμα μας προέρχεται το πλούσιον εισόδημά μας.
|
|
26 καὶ θεωρεῖτε καὶ
ἀκούετε ὅτι οὐ μόνον Ἐφέσου, ἀλλὰ σχεδὸν πάσης τῆς Ἀσίας ὁ Παῦλος οὗτος
πείσας μετέστησεν ἱκανὸν ὄχλον, λέγων ὅτι οὐκ εἰσὶ θεοὶ οἱ διὰ χειρῶν
γινόμενοι.
|
26 Βλέπετε δε οι ίδιοι και ακούετε ότι πολύ πλήθος,
όχι μόνον της Εφέσου αλλά σχεδόν όλης της Ασίας, αυτός ο Παύλος το έπεισε και
το απεμάκρυνε από την θρησκείαν μας, λέγων ότι οι θεοί που κατασκευάζονται με
τα χέρια των ανθρώπων δεν είναι αληθινοί θεοί.
|
|
27 οὐ μόνον δὲ τοῦτο
κινδυνεύει ἡμῖν τὸ μέρος εἰς ἀπελεγμὸν ἐλθεῖν, ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς μεγάλης θεᾶς
Ἀρτέμιδος ἱερὸν εἰς οὐθὲν λογισθῆναι, μέλλειν τε καὶ καθαιρεῖσθαι τὴν
μεγαλειότητα αὐτῆς, ἣν ὅλη ἡ Ἀσία καὶ ἡ οἰκουμένη σέβεται.
|
27 Και δεν είναι μόνον ότι κινδυνεύει η εργασία μας να
πέση εις παρακμήν, αλλά δεν θα λογαριάζεται πλέον εις τίποτε και ο ναός της
μεγάλης θεάς Αρτέμιδος και μέλλει να καθαιρεθή και να σβήση η μεγαλειότης
αυτής, την οποίαν όλη η Ασία και η οικουμένη σέβεται”.
|
|
28 Ἀκούσαντες δὲ καὶ
γενόμενοι πλήρεις θυμοῦ ἔκραζον λέγοντες· Μεγάλη ἡ Ἄρτεμις Ἐφεσίων.
|
28 Οταν δε άκουσαν εκείνοι αυτά, εκυριεύθησαν από
θυμόν και έκραζαν λέγοντες· “είναι μεγάλη η θεά Αρτεμις των Εφεσίων”.
|
|
29 καὶ ἐπλήσθη ἡ πόλις
τῆς συγχύσεως, ὥρμησάν τε ὁμοθυμαδὸν εἰς τὸ θέατρον συναρπάσαντες Γάϊον καὶ
Ἀρίσταρχον Μακεδόνα, συνεκδήμους Παύλου.
|
29 Και εγέμισεν η πόλις από αναστάτωσιν και ταραχήν,
ώρμησαν όλοι μαζή στο θέατρον και ήρπασαν τους δύο Μακεδόνας Γαϊον και
Αρίσταρχον, οι οποίοι ήσαν συνεργάται και συνοδοιπόροι του Παύλου.
|
|
30 τοῦ δὲ Παύλου
βουλομένου εἰσελθεῖν εἰς τὸν δῆμον οὐκ εἴων αὐτὸν οἱ μαθηταί.
|
30 Οταν δε ο Παύλος ηθέλησε να έλθη εις την
συγκέντρωσιν αυτήν του λαού, δεν τον άφιναν οι μαθηταί.
|
|
31 τινὲς δὲ καὶ τῶν
Ἀσιαρχῶν, ὄντες αὐτῷ φίλοι, πέμψαντες πρὸς αὐτὸν παρεκάλουν μὴ δοῦναι ἑαυτὸν
εἰς τὸ θέατρον.
|
31 Μερικοί δε από τους Ασιάρχας, που ήσαν φίλοι του,
έστειλαν προς αυτόν ανθρώπους και τον παρακαλούσαν να μη μεταβή στο θέατρον
και εκθέση τον ευατόν του εις κίνδυνον.
|
|
32 ἄλλοι μὲν οὖν ἄλλο
τι ἔκραζον· ἦν γὰρ ἡ ἐκκλησία συγκεχυμένη, καὶ οἱ πλείους οὐκ ᾔδεισαν τίνος
ἕνεκεν συνεληλύθεισαν.
|
32 Εν τω μεταξύ άλλοι άλλα εκραύγαζον, διότι η
συνέλευσις του λαού ευρίσκετο εις αναστάτωσιν και σύγχυσιν και οι
περισσότεροι δεν εγνώριζαν, δια ποίον λόγον είχον συγκεντρωθή εκεί.
|
|
33 ἐκ δὲ τοῦ ὄχλου
προεβίβασαν Ἀλέξανδρον, προβαλόντων αὐτὸν τῶν Ἰουδαίων· ὁ δὲ Ἀλέξανδρος
κατασείσας τὴν χεῖρα ἤθελεν ἀπολογεῖσθαι τῷ δήμῳ.
|
33 Μερικοί δε από τον λαόν ωδήγησαν προς τα εμπρός
κάποιον Αλέξανδρον, τον οποίον οι Ιουδαίοι προσπαθούσαν να προβάλουν και
παρυσιάσουν στο πλήθος. Ο δε Αλέξανδρος εκίνησε το χέρι, δια να δηλώση, ότι
ήθελε να ομιλήση στον λαόν και να απολογηθή υπέρ των Ιουδαίων.
|
|
34 ἐπιγνόντες δὲ ὅτι
Ἰουδαῖός ἐστι, φωνὴ ἐγένετο μία ἐκ πάντων, ὡς ἐπὶ ὥρας δύο κραζόντων· Μεγάλη
ἡ Ἄρτεμις Ἐφεσίων.
|
34 Οταν όμως τα πλήθη εκατάλαβαν ότι είναι Ιουδαίος,
τότε έγινε μία μεγάλη φωνή από όλους και επί δύο περίπου ώρας έκραζον·
“μεγάλη η θεά Αρτεμις των Εφεσίων”!
|
|
35 καταστείλας δὲ ὁ
γραμματεὺς τὸν ὄχλον φησίν· Ἄνδρες Ἐφέσιοι, τίς γάρ ἐστιν ἄνθρωπος ὃς οὐ
γινώσκει τὴν Ἐφεσίων πόλιν νεωκόρον οὖσαν τῆς μεγάλης θεᾶς Ἀρτέμιδος καὶ τοῦ
Διοπετοῦς;
|
35 Τοτε ο γραμματεύς της Εφέσου, αφού καθησύχασε τα
πλήθη, είπε· “άνδρες Εφέσιοι, ηρεμήσατε· διότι ποιός είναι ο άνθρωπος
εκείνος, που δεν γνωρίζει ότι η πόλις των Εφεσίων έχει κτίσει και τιμά τον
ναόν της μεγάλης θεάς Αρτέμιδος και ιδιαιτέρως λατρεύει αυτήν και το άγαλμα
της, που μας έχει ρίξει ο Ζεύς;
|
|
36 ἀναντιρρήτων οὖν
ὄντων τούτων δέον ἐστὶν ὑμᾶς κατεσταλμένους ὑπάρχειν καὶ μηδὲν προπετὲς
πράσσειν.
|
36 Αφού λοιπόν η τιμή, που αποδίδεται εις την θεάν και
η προέλευσις του αγάλματος από τον Δια είναι αναντίρρητος και δεν επιδέχονται
καμμίαν αμφιβολία, πρέπει σεις να μένετε ήσυχοι και να μη κάνετε τίποτε το
απερίσκεπτον και παράφορον.
|
|
37 ἠγάγετε γὰρ τοὺς
ἄνδρας τούτους οὔτε ἱεροσύλους οὔτε βλασφημοῦντας τὴν θεὰν ὑμῶν.
|
37 Διότι εφέρατε αυτούς τους άνδρας, τον Γαϊον και
Αρίσταρχον, οι οποίοι ούτε έκλεψαν τίποτε από τον ναόν ούτε βλασφημούν την
θεάν σας.
|
|
38 εἰ μὲν οὖν
Δημήτριος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ τεχνῖται ἔχουσι πρός τινα λόγον, ἀγοραῖοι ἄγονται
καὶ ἀνθύπατοί εἰσιν· ἐγκαλείτωσαν ἀλλήλοις.
|
38 Εάν λοιπόν ο Δημήτριος και οι μαζή με αυτόν
τεχνίται έχουν να διατυπώσουν κατηγορίαν εναντίον κάποιου ανθρώπου, γίνονται
δημόσιαι συγκεντρώσεις εις απονομήν δικαιοσύνης, έχομεν δε και τους
ανθυπάτους, δια να αποδώσουν το δίκαιον και ας καταγγείλουν ο ένας τον άλλον
εις τα δικαστήρια.
|
|
39 εἰ δέ τι περὶ
ἑτέρων ἐπιζητεῖτε, ἐν τῇ ἐννόμῳ ἐκκλησίᾳ ἐπιλυθήσεται.
|
39 Εάν όμως ζητήτε και κάτι άλλο περί άλλων υποθέσεων,
που δεν μπορούν να τακτοποιηθούν από τους ανθυπάτους, τότε αυτό θα λυθή από
την συνέλευσιν του λαού, η οποία σύμφωνα με τον νόμον, συγκαλείται ωρισμένας
ημέρας.
|
|
40 καὶ γὰρ
κινδυνεύομεν ἐγκαλεῖσθαι στάσεως περὶ τῆς σήμερον, μηδενὸς αἰτίου ὑπάρχοντος
περὶ οὗ δυνησόμεθα ἀποδοῦναι λόγον τῆς συστροφῆς ταύτης.
|
40 Αναγκάζομαι να σας είπω αυτά, διότι κινδυνεύομεν να
κατηγορηθώμεν επί στάσει δια την σημερινήν αυτήν συγκέντρωσιν, αφού δεν
υπάρχει καμμία δικαιολογία με την οποίαν θα ημπορέσωμεν να απολογηθώμεν δια
την συρροήν αυτήν και αναταραχήν του λαού”.
|
|
41 καὶ ταῦτα εἰπὼν
ἀπέλυσε τὴν ἐκκλησίαν.
|
41 Και αφού είπε αυτά, διέλυσε την συγκέντρωσιν του
λαού.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου