ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 (Β)
|
1 Εἴ τις οὖν παράκλησις ἐν Χριστῷ, εἴ τι παραμύθιον
ἀγάπης, εἴ τις κοινωνία Πνεύματος, εἴ τις σπλάγχνα καὶ οἰκτιρμοί,
|
1 Εαν, λοιπόν, ω Φιλιππήσιοι, θέλετε να με
παρηγορήσετε τώρα, που ευρίσκομαι φυλακισμένος και δέσμιος, εάν επιθυμήτε με
την αγάπην σας να με παραμυθήσετε εις την θλίψιν μου, εάν μετέχετε στο αυτό
Αγιον Πνεύμα, που μετέχω και εγώ, εάν έχετε σπλάγχνα καλωσύνης και οικτιρμούς
και με συμπονήτε δι' όσα τώρα πάσχω,
|
|
2 πληρώσατέ μου τὴν χαρὰν ἵνα τὸ αὐτὸ φρονῆτε, τὴν
αὐτὴν ἀγάπην ἔχοντες, σύμψυχοι, τὸ ἓν φρονοῦντες,
|
2 κάμετε πλήρη και τελείαν την χαράν μου. Και θα
ολολκληρωθή πράγματι η χαρά μου, εάν φροντίζετε και αγωνίζεσθε να καλιεργήτε
και κρατήτε όλοι το αυτό φρόνημα, έχοντες την ιδίαν αγάπην μεταξύ σας, εάν
γίνεσθε σαν μια ψυχή και μια καρδία, όλοι με ένα και το αυτό αληθινόν
φρόνημα,
|
|
3 μηδὲν κατὰ ἐριθείαν ἢ κενοδοξίαν, ἀλλὰ τῇ
ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν.
|
3 χωρίς τίποτε να πράττετε από φατριασμόν και
ιδιοτέλειαν η από κενοδοξίαν, αλλά δια της ταπεινοφροσύνης να θεωρή ο ένας
τον άλλον ανώτερον από τον ευατόν του και να τον τιμά και να τον σέβεται.
|
|
4 μὴ τὰ ἑαυτῶν ἕκαστος σκοπεῖτε, ἀλλὰ καὶ τὰ ἑτέρων
ἕκαστος.
|
4 Μη κυττάζετε κατά ένα τρόπον στενόκαρδον και μη
επιδιώκετε ο καθένας τα ατομικά του συμφέροντα, αλλ' α επιζητή και ας
εξυπηρετη και τα συμφέροντα των άλλων.
|
|
5 τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ,
|
5 Διότι πρέπει στούτον να μιμηθήτε τον Κυριον· να
καλλιεργήσετε δηλαδή το φρόνημα της ταπεινοφροσύνης απέναντι των άλλων και
της αγάπης προς τους άλλους, το οποίον υπήρχε και στον Ιησούν Χριστόν.
|
|
6 ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ
εἶναι ἴσα Θεῷ,
|
6 Ο Χριστός δηλαδή καίτοι είχε την αυτήν ουσίαν και
τα αυτά άπειρα ιδιώματα με τον Θεόν και ως ζωντανή, αυτουσία και απαράλλακτος
εικών του Θεού υπήρχε εν μορφή Θεού, δεν εθεώρησε, ότι έχει εξ αρπαγής το να
είναι ίσος με τον Θεόν. (Δι' αυτό δε και δεν εφοβήθη να αποθέση κατά
συγκατάβασιν και οικονομίαν δι' ημάς την δόξαν της θεότητός του),
|
|
7 ἀλλ’ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν
ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος,
|
7 αλλά άδειασε, τρόπον τινά, τον εαυτόν του και
εμίκρυνε μόνος του την άπειρον δόξαν της θεότητός του προσκαίρως και έλαβε
μορφήν δούλου, γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους.
|
|
8 καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν
γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ.
|
8 Και ευρέθη έτσι κατά το σχήμα και την εμφάνισιν σαν
απλούς άνθρωπος, ενώ δεν έπαυσε ούτε επί στιγμήν να είναι και τέλειος Θεός,
και εταπείνωσε τον ευατόν του γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου και μάλιστα
θανάτου σταυρικού, του πλέον φρικτού και ταπεινωτικού.
|
|
9 διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ
ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα,
|
9 Δι' αυτήν του δε την ταπείνωσιν και υπακοήν τον
ύψωσε και τον εδόξασε με το παραπάνω ο Θεός και ως άνθρωπον και του εχάρισε
το όνομα Κυριος, που είναι ανώτερον από κάθε άλλο όνομα του ουρανού και της
γης.
|
|
10 ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι
Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων,
|
10 Και τον υπερύψωσε, δια να καμφθή στο όνομα του
Ιησού κάθε γόνατον με ευλάβειαν και σεβασμόν και να προσκυνήσουν τον Ιησούν
οι επουράνιοι άγγελοι και οι επίγειοι άνθρωποι και αυτά ακόμη τα πονηρά
πνεύματα, που είναι εις τα καταχθόνια, να υποταχθούν με φόβον και τρόμον
ενώπιον της θείας του δυνάμεως και δόξης.
|
|
11 καὶ πᾶσα γλῶσσα
ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός.
|
11 Και έτσι κάθε γλώσσα να διαλαλήση με όλην της την
δύναμιν, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κυριος του ουρανού και της γης· και η
διακήρυξις αυτή θα γίνεται εις δόξαν του Θεού και Πατρός (ο οποίος έτσι
εσχεδίασε την σωτηρίαν των ανθρώπων και την δόξαν του ενανθρωπήσαντος Υιού
του).
|
|
12 Ὥστε, ἀγαπητοί μου,
καθὼς πάντοτε ὑπηκούσατε, μὴ ὡς ἐν τῇ παρουσίᾳ μου μόνον, ἀλλὰ νῦν πολλῷ
μᾶλλον ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου, μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν
κατεργάζεσθε·
|
12 Ωστε, αγαπητοί μου, όπως και προηγουμένως πάντοτε
υπηκούσατε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου και εμιμήθητε την ταπείνωσιν και την
αγάπην του Χριστού, έτσι και τώρα, όχι μόνον όταν είμαι παρών, αλλά πολύ
περισσότερον τώρα που είμαι απών, με φόβον και τρόμον να εργάζεσθε και να
αγωνίζεσθε, δια να ολοκληρώσετε την σωτηρίαν σας.
|
|
13 ὁ Θεὸς γάρ ἐστιν ὁ
ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεῖν ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας.
|
13 Είναι ιερώτατον και μέγιστον το έργον αυτό, διότι ο
Θεός είναι εκείνος ο οποίος ενεργεί εις σας και δίδει την χάριν του, ώστε να
θέλετε την σωτηρίαν σας και να ενεργήτε με προθυμίαν, δια να πραγματοποιηθή η
αγαθή του θέλησις δια την ιδικήν σας σωτηρίαν.
|
|
14 πάντα ποιεῖτε χωρὶς
γογγυσμῶν καὶ διαλογισμῶν,
|
14 Ολα όσα ο Θεός διατάσσει πρέπει να τα εφαρμόζετε
χωρίς να γογγύζετε, ότι τάχα είναι δύσκολα και πολλά, και χωρίς να γεννώνται
μέσα σας διαλογισμοί αμφιβολίας και κλονισμοί, αν είναι ορθά και απαραίτητα,
όσα το θείον θέλημα επιβάλλει.
|
|
15 ἵνα γένησθε
ἄμεμπτοι καὶ ἀκέραιοι, τέκνα Θεοῦ ἀμώμητα ἐν μέσῳ γενεᾶς σκολιᾶς καὶ
διεστραμμένης, ἐν οἷς φαίνεσθε ὡς φωστῆρες ἐν κόσμῳ,
|
15 Δια να γίνετε έτσι άμεμπτοι και ακατηγόρητοι εις
την συμπεριφοράν σας, άδολοι, καθαροί και άρτιοι κατά τον χαρακτήρα και την
ψυχήν, άξια τέκνα του Θεού, απηλλαγμένα από κάθε ηθικόν ρύπον μέσα εις μίαν
γενεάν ανθρώπων δολίων και διεστραμμένων, μεταξύ των οποίων σεις φαίνεσθε σαν
φωτεινά αστέρια στον κόσμον.
|
|
16 λόγον ζωῆς ἐπέχοντες,
εἰς καύχημα ἐμοὶ εἰς ἡμέραν Χριστοῦ, ὅτι οὐκ εἰς κενὸν ἔδραμον οὐδὲ εἰς κενὸν
ἐκοπίασα.
|
16 Κρατείτε, λοιπόν, σταθερά, χωρίς αμφιβολίας και
χαλαρότητας, τον λόγον του Ευαγγελίου, που είναι ζωή και μεταδίδει ζωήν. Αυτό
δε θα είναι και δι' εμέ καύχημα κατά την μεγάλην ημέραν της Δευτέρας
Παρουσίας του Χριστού, διότι θα φανή έτσι, ότι δεν έτρεξα ανωφελώς ούτε και
εκοπίασα χωρίς αποτέλεσμα.
|
|
17 Ἀλλ’ εἰ καὶ
σπένδομαι ἐπὶ τῇ θυσίᾳ καὶ λειτουργίᾳ τῆς πίστεως ὑμῶν, χαίρω καὶ συγχαίρω
πᾶσιν ὑμῖν·
|
17 Αλλά και αν ακόμη χύνω σαν σπονδήν σταγόνα προς
σταγόνα το αίμα μου εις την θυσίαν μου, την οποίαν ως ιεράν λειτουργίαν
προσφέρω προς τον Θεόν, δια να διακονήσω εις την ιδικήν σας πίστιν, (και αν
υφίσταμαι βαρυτάτας θλίψεις προς χάριν σας μέχρι και του θανάτου) χαίρω δι'
αυτό και χαίρω μαζή με όλους σας δια τα σωτήρια αποτελέσματα, που θα φέρη εις
σας αυτή η σπονδή μου.
|
|
18 τὸ δ’ αὐτὸ καὶ
ὑμεῖς χαίρετε καὶ συγχαίρετέ μοι.
|
18 Το ίδιο να αισθάνεσθε και σεις, να μη λυπήσθε, αλλά
να χαίρετε δια την σωτηρίαν σας, να χαίρετε δε ακόμη μαζή μου δια τας θυσίας
μου.
|
|
19 Ἐλπίζω δὲ ἐν Κυρίῳ
Ἰησοῦ Τιμόθεον ταχέως πέμψαι ὑμῖν, ἵνα κἀγὼ εὐψυχῶ γνοὺς τὰ περὶ ὑμῶν·
|
19 Εχων όμως πεποίθησιν στον Κυριον ελπίζω, ότι
σύντομα θα στείλω εις σας τον Τιμόθεον, δια να χαρώ και εγώ και ευφρανθώ,
όταν με την επιστροφήν του μου δώση καλάς πληροφορίας δια σας.
|
|
20 οὐδένα γὰρ ἔχω
ἰσόψυχον, ὅστις γνησίως τὰ περὶ ὑμῶν μεριμνήσει·
|
20 Σας στέλλω δε τον Τιμόθεον, διότι δεν έχω κανένα
άλλον, που να έχη την αυτήν με έμενα αγάπην, το αυτό ενδιαφέρον και τα αυτά
φρονήματα, ο οποίος θα φροντίση ειλικρινώς και ανιδιοτελώς δια τα ζητήματά
σας.
|
|
21 οἱ πάντες γὰρ τὰ
ἑαυτῶν ζητοῦσιν, οὐ τὰ Χριστοῦ Ἰησοῦ.
|
21 Διότι όλοι κατά την εποχήν αυτήν ζητούν και
επιδιώκουν με ιδιοτέλειαν τα συμφέροντά των, τας ανέσεις και αναπαύσεις των
και όχι αυτά που θέλει ο Χριστός.
|
|
22 τὴν δὲ δοκιμὴν
αὐτοῦ γινώσκετε, ὅτι ὡς πατρὶ τέκνον σὺν ἐμοὶ ἐδούλευσεν εἰς τὸ εὐαγγέλιον.
|
22 Την δοκιμασμένην άλλωστε ειλικρίνειαν και αφοσίωσιν
στο έργον του Χριστού και αρετήν του την γνωρίζετε, διότι μέχρι σήμερον έχει
συνεργασθή μαζή μου στο έργον του Ευαγγελίου με τέτοιαν προθυμίαν και
υπακοήν, σαν το αγαπητό παιδί με το στοργικό πατέρα του.
|
|
23 τοῦτον μὲν οὖν
ἐλπίζω πέμψαι ὡς ἂν ἀπίδω τὰ περὶ ἐμὲ ἐξαυτῆς·
|
23 Αυτόν, λοιπόν, ελπίζω να στείλω εις σας, αμέσως
μόλις ίδω την καλήν έκβασιν της δίκης μου.
|
|
24 πέποιθα δὲ ἐν Κυρίῳ
ὅτι καὶ αὐτὸς ταχέως ἐλεύσομαι.
|
24 Εχω δε την πεποίθησιν, που μου την δίδει ο Κυριος,
ότι και εγώ ο ίδιος γρήγορα θα έλθω στους Φιλίππους.
|
|
25 Ἀναγκαῖον δὲ
ἡγησάμην Ἐπαφρόδιτον τὸν ἀδελφὸν καὶ συνεργὸν καὶ συστρατιώτην μου, ὑμῶν δὲ
ἀπόστολον καὶ λειτουργὸν τῆς χρείας μου, πέμψαι πρὸς ὑμᾶς,
|
25 Εκρινα δε απαραίτητον να σας στείλω τώρα προ του
Τιμοθέου τον Επαφρόδιτον, τον αδελφόν μου εν Χριστώ και τον συνεργάτην μου
στο Ευαγγέλιον και τον συστρατιώτην μου στους αγώνας μου. Αυτός άλωστε είναι
και ιδικός σας απεσταλμένος προς εμέ, που μου προσέφερε τας υπηρεσίας του εις
την ανάγκην που είχα, φέρνοντάς μου συγχρόνως και την ιδικήν σας χρηματικήν
συνδρομήν.
|
|
26 ἐπειδὴ ἐπιποθῶν ἦν
πάντας ὑμᾶς, καὶ ἀδημονῶν διότι ἠκούσατε ὅτι ἠσθένησε.
|
26 Απεφάσισα δε να τον στείλω, επειδή πάρα πολύ εποθούσε
ίδη όλους σας και ευρίσκετο εις στενοχωρίαν και ανησυχίαν, επειδή
επληροφορηθήκατε ότι ησθένησε και εδικιμάσατε δι' αυτό λύπην.
|
|
27 καὶ γὰρ ἠσθένησε
παραπλήσιον θανάτου· ἀλλ’ ὁ Θεὸς αὐτὸν ἠλέησεν, οὐκ αὐτὸν δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ
ἐμέ, ἵνα μὴ λύπην ἐπὶ λύπην σχῶ.
|
27 Και πραγματικά ησθένησε πολύ βαρειά, ώστε επλησίασε
και αυτόν τον θάνατον, αλλ' ο Θεός τον ελέησε και του ξαναέδωσε την υγείαν
του. Και δεν ηλέησε μόνον αυτόν, αλλά και εμέ, δια να μη δοκιμάσω από τον
θάνατον του λύπην επάνω εις την άλλην λύπην, που δοκιμάζω από την φυλάκισιν
και τα δεσμά.
|
|
28 σπουδαιοτέρως οὖν
ἔπεμψα αὐτὸν, ἵνα ἰδόντες αὐτὸν πάλιν χαρῆτε, κἀγὼ ἀλυπότερος ὦ.
|
28 Δι' αυτό και έσπευσα το συντομώτερον να τον στείλω
προς σας, ώστε να τον ίδετε πάλιν μεταξύ σας υγιή και να χαρήτε· να μετριασθή
δε έτσι και η ιδική μου λύπη, διότι θα σκέπτωμαι, ότι επαύσατε σεις να
λυπήσθε δια τον Επαφρόδιτον.
|
|
29 προσδέχεσθε οὖν
αὐτὸν ἐν Κυρίῳ μετὰ πάσης χαρᾶς, καὶ τοὺς τοιούτους ἐντίμους ἔχετε,
|
29 Δεχθήτε τον, λοιπόν, με θερμήν αγάπην, όπως ο
Κυριος θέλει, και με κάθε χαράν. Γενικώς δε τέτοιους εναρέτους ανθρώπους και
προθύμους εργάτας του Ευαγγελίου να τους τιμάτε πάντοτε.
|
|
30 ὅτι διὰ τὸ ἔργον
Χριστοῦ μέχρι θανάτου ἤγγισε, παραβουλευσάμενος τῇ ψυχῇ ἵνα ἀναπληρώσῃ τὸ
ὑμῶν ὑστέρημα τῆς πρός με λειτουργίας.
|
30 Και ο Επαφρόδιτος είναι άξιος τέτοιας τιμής, διότι
δια το έργον του Χριστού έφθασε εις τα πρόθυρα του θανάτου, καταφρονήσας και
αυτήν την ζωήν του και εκτεθείς στον έσχατον κίνδυνον, δια να αναπληρώση ο,τι
σεις, παρά την καλήν σας διάθεσιν, δεν ημπορούσατε να κάμετε· να με υπηρετήση
δηλαδή σαν αντιπρόσωπος σας εις την Ρωμην.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου