ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 (Β)
|
1 Αὐτοὶ γὰρ οἴδατε, ἀδελφοί, τὴν εἴσοδον ἡμῶν τὴν
πρὸς ὑμᾶς, ὅτι οὐ κενὴ γέγονεν,
|
1 Περί του έργου μας εις την
Θεσσαλονίκην δεν έχω ανάγκην να σας γράψω· διότι, αδελφοί, σεις οι ίδιοι
γνωρίζετε καλά, ότι η έλευσίς μας εις σας δεν υπήρξε ματαία και ανωφελής,
|
|
2 ἀλλὰ προπαθόντες καὶ ὑβρισθέντες, καθὼς οἴδατε, ἐν
Φιλίπποις, ἐπαρρησιασάμεθα ἐν τῷ Θεῷ ἡμῶν λαλῆσαι πρὸς ὑμᾶς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ
Θεοῦ ἐν πολλῷ ἀγῶνι.
|
2 αλλά, μολονότι προηγουμένως
είχομεν κακοποιηθή και ταλαιπωρηθή στους Φιλίππους, όπως άλλωστε και σεις
γνωρίζετε, εν τούτοις χωρίς κανένα δισταγμόν, αλλά με θάρρος και τόλμην, που
μας τα ενέπνεε ο Θεός ημών, εκηρύξαμεν εις σας το Ευαγγέλιον του Θεού, εν
μέσω βέβαια πολλού και μεγάλου αγώνος εξ αιτίας του διωγμού, που εξήγειραν
εναντίον μας οι Εβραίοι.
|
|
3 ἡ γὰρ παράκλησις ἡμῶν οὐκ ἐκ πλάνης οὐδὲ ἐξ
ἀκαθαρσίας, οὔτε ἐν δόλῳ,
|
3 Και είχαμεν αυτό το θάρρος, διότι
το χαροποιόν και ενυσχυτικόν εις την νέαν ζωήν κήρυγμά μας δεν προήρχετο από
πλάνην, αλλ' από αυτόν τον Θεόν της αληθείας, ούτε από ψυχήν ακάθαρτον εκ της
αμαρτίας και ιδιοτελείας, αλλ' από καρδίαν αγνήν, καθαράν και γεμάτην
ανιδιοτελή αγάπην· ούτε είχε κανένα δόλον και δόλιον σκοπόν, αλλ' είχε την
ευθύτητα και την ειλικρίνειαν.
|
|
4 ἀλλὰ καθὼς δεδοκιμάσμεθα ὑπὸ τοῦ Θεοῦ πιστευθῆναι
τὸ εὐαγγέλιον, οὕτω λαλοῦμεν, οὐχ ὡς ἀνθρώποις ἀρέσκοντες, ἀλλὰ Θεῷ τῷ
δοκιμάζοντι τὰς καρδίας ἡμῶν.
|
4 Αλλά, όπως ακριβώς έχομεν ευρεθή
από τον Θεόν δόκιμοι και άξιοι να μας εμπιστευθή το Ευαγγέλιον του, έτσι και
το διδάσκομεν· δεν επιδιώκομεν να αρέσωμεν στους ανθρώπους, αλλά να αρέσωμεν
στον Θεόν, ο οποίος βλέπει και εξετάζει όχι μόνον τα εξωτερικά έργα, αλλά και
τας καρδίας μας.
|
|
5 οὔτε γάρ ποτε ἐν λόγῳ κολακείας ἐγενήθημεν, καθὼς
οἴδατε, οὔτε ἐν προφάσει πλεονεξίας, Θεὸς μάρτυς,
|
5 Διότι, όπως και σεις οι ίδιοι
πάλιν ξεύρετε, ούτε ποτέ εχρησιμοποιήσαμεν λόγους καλακείας, δια να παρασύρωμεν
με το μέρος μας και προς ωφέλειαν μας κανένα, ούτε εξεμεταλλεύθημεν το
κήρυγμα ως πρόφασιν, δια να κερδήσωμεν χρήματα. Μαρτυς μου είναι ο Θεός.
|
|
6 οὔτε ζητοῦντες ἐξ ἀνθρώπων δόξαν, οὔτε ἀφ’ ὑμῶν,
οὔτε ἀπὸ ἄλλων, δυνάμενοι ἐν βάρει εἶναι ὡς Χριστοῦ ἀπόστολοι,
|
6 Ούτε δια του κηρύγματος
εζητήσαμεν δόξαν και τιμήν εκ μέρους των ανθρώπων, ούτε από σας τους ιδίους
ούτε από άλλους, καίτοι ημπορούσαμεν με το κύρος και την εξουσίαν, που έχομεν
ως Απόστολοι του Χριστού, να επιζητήσωμεν και να επιτύχωμεν δόξαν εκ μέρους
των ανθρώπων.
|
|
7 ἀλλ’ ἐγενήθημεν ἤπιοι ἐν μέσῳ ὑμῶν, ὡς ἂν τροφὸς
θάλπῃ τὰ ἑαυτῆς τέκνα·
|
7 Αλλ' υπήρξαμεν πράοι και απλοί
μεταξύ σας, εφέρθημεν με καλωσύνην και στοργήν, όπως μια καλή μητέρα που
περιθάλπει τα παιδιά της.
|
|
8 οὕτως ὁμειρόμενοι ὑμῶν εὐδοκοῦμεν μεταδοῦναι ὑμῖν
οὐ μόνον τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰς ἑαυτῶν ψυχάς, διότι ἀγαπητοὶ
ἡμῖν γεγένησθε.
|
8 Ακριβώς σαν στοργική μετέρα τόσον
ενθέρμως σας αγαπώμεν και σας ποθούμεν, ώστε έχομεν όλην την αγαθήν διάθεσιν και
προθυμίαν να μεταδώσωμεν εις σας όχι μόνον το Ευαγγέλιον του Θεού, αλλά και
τας ψυχάς μας, διότι μας έχετε γίνει αγαπητοί.
|
|
9 μνημονεύετε γάρ, ἀδελφοί, τὸν κόπον ἡμῶν καὶ τὸν
μόχθον· νυκτὸς γὰρ καὶ ἡμέρας ἐργαζόμενοι πρὸς τὸ μὴ ἐπιβαρῆσαί τινα ὑμῶν
ἐκηρύξαμεν εἰς ὑμᾶς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ.
|
9 Δεν είναι δε ανάγκη να σας ομιλώ
δια την αγάπην μας αυτήν , διότι και σεις οι ίδιοι, αδελφοί, ενθυμείσθε τον
κόπον και τον μόχθον μας εις την Θεσσαλονίκην. Επειδή νύκτα και ημέραν
ειργαζόμεθα, δια να κερδήσωμεν αυτά που μας εχρειάζοντο προς συντήρησίν μας
ώστε να μη επιβαρύνωμεν κανένα από σας και έτσι εκηρύξαμεν το Ευαγγέλιον του
Θεού μεταξύ σας.
|
|
10 ὑμεῖς μάρτυρες καὶ
ὁ Θεός ὡς ὁσίως καὶ δικαίως καὶ ἀμέμπτως ὑμῖν τοῖς πιστεύουσιν ἐγενήθημεν,
|
10 Σεις και ο Θεός είσθε μάρτυρες,
πόσον και πως η συμπεριφορά και ανατροφή μας ανάμεσα εις σας τους πιστούς
υπήρξεν αγνή και δικαία και άμεμπτος.
|
|
11 καθάπερ οἴδατε ὡς
ἕνα ἕκαστον ὑμῶν ὡς πατὴρ τέκνα ἑαυτοῦ παρακαλοῦντες ὑμᾶς καὶ παραμυθούμενοι
|
11 Καθώς άλλωστε ξέρετε, ότι σαν
πατέρας τα παιδιά του επροτρέπαμεν τον καθένα από σας και σας ενισχύαμεν εις
την νέαν ζωήν και σας επαρηγορούσαμεν εις τας θλίψεις σας
|
|
12 καὶ μαρτυρόμενοι
εἰς τὸ περιπατήσαι ὑμᾶς ἀξίως τοῦ Θεοῦ τοῦ καλοῦντος ὑμᾶς εἰς τὴν ἑαυτοῦ
βασιλείαν καὶ δόξαν.
|
12 και εντόνως και ζωηρώς
διεμαρτυρόμεθα και σας εξωρκίζαμεν να πορευθήτε και να ζήσετε, όπως αξίζει
και πρέπει στον Θεόν, που σας εκάλεσεν εις την ιδικήν του βασιλείαν και
δόξαν.
|
|
13 Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς
εὐχαριστοῦμεν τῷ Θεῷ ἀδιαλείπτως, ὅτι παραλαβόντες λόγον ἀκοῆς παρ’ ἡμῶν τοῦ
Θεοῦ ἐδέξασθε οὐ λόγον ἀνθρώπων, ἀλλὰ, καθώς ἐστιν ἀληθῶς, λόγον Θεοῦ, ὃς καὶ
ἐνεργεῖται ἐν ὑμῖν τοῖς πιστεύουσιν.
|
13 Δια τούτο (δια το γεγονός δηλαδή
ότι σεις ανταπεκρίθητε εις την κλήσιν του Θεού) ευχαριστούμεν τον Θεόν
συνεχώς, διότι παρελάβατε το προφορικόν κήρυγμα του Θεού, όπως το ακούσατε
από ημάς και το εδέχθητε όχι σαν λόγον ανθρώπων, αλλά-όπως και πράγματι
είναι-σαν λόγον Θεού, που ενεργεί και φέρει θαυμαστούς καρπούς εις σας, οι
οποίοι πιστεύετε.
|
|
14 ὑμεῖς γὰρ μιμηταὶ
ἐγενήθητε, ἀδελφοί, τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ τῶν οὐσῶν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἐν Χριστῷ
Ἰησοῦ, ὅτι τὰ αὐτὰ ἐπάθετε καὶ ὑμεῖς ὑπὸ τῶν ἰδίων συμφυλετῶν καθὼς καὶ αὐτοὶ
ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων,
|
14 Διότι σεις, αδελφοί, εγίνατε
μιμηταί των Εκκλησιών του Θεού, που ευρίσκονται εις την Ιουδαίαν και είναι
θεμελιωμέναι εν τω ονόματι του Χριστού· επειδή και σεις επάθατε από τους
ομοεθνείς σας τα ίδια, τα οποία έπαθαν και αυτοί από τους απίστους Ιουδαίους.
|
|
15 τῶν καὶ τὸν Κύριον
ἀποκτεινάντων Ἰησοῦν καὶ τοὺς ἰδίους προφήτας, καὶ ἡμᾶς ἐκδιωξάντων, καὶ Θεῷ
μὴ ἀρεσκόντων, καὶ πᾶσιν ἀνθρώποις ἐναντίων,
|
15 Αυτοί δε οι άπιστοι Εβραίοι είναι
εκείνοι, οι οποίοι εθανάτωσαν τον Κυριον Ιησούν και τους προφήτας του και
ημάς τους Αποστόλους κατεδίωξαν και εξεδίωξαν και στον Θεόν δεν αρέσουν και
είναι προς όλους τους ανθρώπους αντίθετοι και πολέμιοι.
|
|
16 κωλυόντων ἡμᾶς τοῖς
ἔθνεσι λαλῆσαι ἵνα σωθῶσιν, εἰς τὸ ἀναπληρῶσαι αὐτῶν τὰς ἁμαρτίας πάντοτε.
ἔφθασε δὲ ἐπ’ αὐτοὺς ἡ ὀργὴ εἰς τέλος.
|
16 Αυτοί δεν ηρκέσθησαν να μας
εκδιώξουν από την περιοχήν του έθνους των, αλλά μας εμποδίζουν να κηρύξωμεν
τον Χριστόν και στους εθνικούς, δια να σωθούν και αυτοί. Και το κάμνουν αυτό,
δια να γεμίση έως επάνω και ξεχειλίση το ποτήριον των αμαρτιών των,
παρανομούντες και αμαρτάνοντες πάντοτε. Εφθασεν όμως επάνω τους η οργή του
Θεού, που θα σημάνη την τελειωτικήν πλέον καταστροφήν των.
|
|
17 Ἡμεῖς δέ, ἀδελφοί,
ἀπορφανισθέντες ἀφ’ ὑμῶν πρὸς καιρὸν ὥρας, προσώπῳ οὐ καρδίᾳ, περισσοτέρως
ἐσπουδάσαμεν τὸ πρόσωπον ὑμῶν ἰδεῖν ἐν πολλῇ ἐπιθυμίᾳ.
|
17 Ημείς δε, αδελφοί, όταν εφύγαμεν
από την Θεσσαλονίκην και εμείναμεν σαν ορφανά παιδιά μακρυά από σας, και
εχωρίσθημεν προσωρινά κατά το σώμα μόνον και όχι κατά την καρδίαν,
επεδιώξαμεν και κατεβάλαμεν κάθε προσπάθειαν να ίδωμεν το πρόσωπον σας με
πολλήν και ιεράν επιθυμίαν.
|
|
18 διὸ ἠθελήσαμεν
ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς, ἐγὼ μὲν Παῦλος καὶ ἅπαξ καὶ δίς, καὶ ἐνέκοψεν ἡμᾶς ὁ
σατανᾶς.
|
18 Δια τούτο ηθελήσαμεν να έλθωμεν
πάλιν προς σας, εγώ δε ειδικώτερα ο Παύλος και μίαν φοράν και δύο φοράς, αλλά
μας ημπόδισε (κατά παραχώρησιν βέβαια Θεού) ο σατανάς.
|
|
19 τίς γὰρ ἡμῶν ἐλπὶς
ἢ χαρὰ ἢ στέφανος καυχήσεως ἢ οὐχὶ καὶ ὑμεῖς ἔμπροσθεν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ
Χριστοῦ ἐν τῇ αὐτοῦ παρουσίᾳ;
|
19 Εποθήσαμεν δε να σας ίδωμεν,
διότι ποίος άλλος παρά και σεις μαζή με τους άλλους είσθε η ελπίδα μας η η
χαρά μας η ο στέφανος, δια τον οποίον ημπορούμε να καυχώμεθα έμπροσθεν του
Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εις την Δευτέραν αυτού Παρουσίαν;
|
|
20 ὑμεῖς γάρ ἐστε ἡ
δόξα ἡμῶν καὶ ἡ χαρά.
|
20 Διότι σεις πράγματι είσθε η δόξα
μας και η χαρά μας.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου