|
|
|
1 Ὦ ἀνόητοι Γαλάται, τίς ὑμᾶς ἐβάσκανε τῇ ἀληθείᾳ μὴ
πείθεσθαι, οἷς κατ’ ὀφθαλμοὺς Ἰησοῦς Χριστὸς προεγράφη ἐν ὑμῖν ἐσταυρωμένος;
|
1 Ω ανόητοι Γαλάται, ποιός σας
εβάσκανε, ώστε τώρα να μη πείθεσθε και να μη υπακούετε εις την αλήθειαν, σεις
εμπρός εις τα μάτια των οποίων, ολοκάθαρα και ξάστερα παρεστάθη και σαν να
εζωγραφήθη ο εσταυρωμένος Ιησούς Χριστός;
|
|
2 τοῦτο μόνον θέλω μαθεῖν ἀφ’ ὑμῶν· ἐξ ἔργων νόμου τὸ
Πνεῦμα ἐλάβετε ἢ ἐξ ἀκοῆς πίστεως;
|
2 Τούτο μόνον θέλω να μάθω από σας·
το Πνεύμα το Αγιον, τα πολλά και θαυμαστά χαρίσματά του, τα ελάβατε από τας
τυπικάς διατάξστου μωσαϊκού Νομου η τα ελάβατε από το κήρυγμα της πίστεως που
ακούσατε και εδεχθήκατε;
|
|
3 οὕτως ἀνόητοί ἐστε; ἐναρξάμενοι Πνεύματι νῦν σαρκὶ
ἐπιτελεῖσθε;
|
3 Είσθε, λοιπόν, τόσον ανόητοι;
Αφού αρχίσατε τόσον καλά με την χάριν του Αγίου Πνεύματος, τώρα καταλήγετε
εις τας διατάξστου Νομου, που έχουν να κάμουν με την σάρκα και όχι με τον
αγιασμόν της καρδίας;
|
|
4 τοσαῦτα ἐπάθετε εἰκῆ; εἴ γε καὶ εἰκῆ.
|
4 Τοσας δωρεάς και ευεργεσίας, που
ελάβατε από το Πνεύμα το Αγιον, ματαίως τας έχετε λάβει; Εάν βέβαια ημπορή να
λεχθή ότι τας ελάβατε ματαίως, διότι το βέβαιον είναι ότι, εάν τας
περιφρονήσετε, θα γίνουν εις καταδίκην σας.
|
|
5 ὁ οὖν ἐπιχορηγῶν ὑμῖν τὸ Πνεῦμα καὶ ἐνεργῶν
δυνάμεις ἐν ὑμῖν, ἐξ ἔργων νόμου ἢ ἐξ ἀκοῆς πίστεως;
|
5 Ο Θεός, λοιπόν, ο οποίος πλούσια
σας χορηγεί το Πνεύμα το Αγιον και ενεργεί μεταξύ σας θαύματα μεγάλα με την
άπειρον δύναμίν του, σας χορηγεί και ενεργεί αυτά από τα έργα του Νομου, που
τάχα επράξατε η από την πίστιν στο κήρυγμα που έχετε ακούσει;
|
|
6 καθὼς Ἀβραὰμ ἐπίστευσε τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ
εἰς δικαιοσύνην.
|
6 Ο Θεός σας εχορήγησε το Πνεύμα
του δια την πίστιν σας. Οπως συνέβη και με τον Αβραάμ, ο οποίος “επίστευσεν
στον Θεόν και κατελογίσθη στο ενεργητικόν του η πίστις αυτή, ώστε ο Θεός να
του δώση την δικαίωσιν”.
|
|
7 Γινώσκετε ἄρα ὅτι οἱ ἐκ πίστεως, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ
Ἀβραάμ.
|
7 Συνεπώς γνωρίζετε, ότι τέκνα του
Αβραάμ δεν είναι εκείνοι, οι οποίοι τηρούν τας διατάξστου Νομου, αλλ' όσοι
έχουν δεχθή και ζουν την πίστιν στον Χριστόν.
|
|
8 προϊδοῦσα δὲ ἡ γραφὴ ὅτι ἐκ πίστεως δικαιοῖ τὰ ἔθνη
ὁ Θεὸς, προευηγγελίσατο τῷ Ἀβραὰμ ὅτι ἐνευλογηθήσονται ἐν σοὶ πάντα τὰ ἔθνη.
|
8 Επειδή δε η Αγία Γραφή προείδεν
ότι από την πίστιν και δια μέσου της πίστεως έμελλεν ο Θεός να δικαιώση και
σώση τα έθνη, προανήγγειλε την χαρμόσυνον αγγελίαν στον Αβραάμ, ότι “δια σου
θα ευλογηθούν όλα τα έθνη” και όχι μόνον το ιουδαϊκόν.
|
|
9 ὥστε οἱ ἐκ πίστεως εὐλογοῦνται σὺν τῷ πιστῷ Ἀβραάμ.
|
9 Ωστε παίρνουν τας ευλογίας του
Θεού και ευλογούνται μαζή με τον πιστόν Αβραάμ όσοι πιστεύουν, είτε Εβραίοι
είναι είτε εθνικοί.
|
|
10 Ὅσοι γὰρ ἐξ ἔργων
νόμου εἰσὶν, ὑπὸ κατάραν εἰσί· γέγραπται γάρ· ἐπικατάρατος πᾶς ὃς οὐκ ἐμμένει
ἐν πᾶσι τοῖς γεγραμμένοις ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ νόμου τοῦ ποιῆσαι αὐτά.
|
10 Διότι όσοι ευρίσκονται κάτω από
τας τυπικάς διατάξστου Νομου, ευρίσκονται υπό την κατάραν. Επειδή εις αυτόν
τούτον τον Νομον έχει γραφή· “είναι καταράμενος καθένας που δεν μένει πιστός
και δεν τηρεί όλα όσα είναι γραμμένα στο βιβλίον του Νομου”.
|
|
11 ὅτι δὲ ἐν νόμῳ
οὐδεὶς δικαιοῦται παρὰ τῷ Θεῷ δῆλον· ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται.
|
11 Οτι δε δια μέσου του μωσαϊκού
Νομου κανείς δεν παίρνει την δικαίωσιν ενώπιον του Θεού, είναι φανερόν. Διότι
εις αυτόν τούτον τον Νομον γράφεται, ότι “ο δίκαιος θα ζήση και θα επιτύχη
την σωτηρίαν του δια της πίστεως”.
|
|
12 ὁ δὲ νόμος οὐκ
ἔστιν ἐκ πίστεως, ἀλλ’ ὁ ποιήσας αὐτὰ ἄνθρωπος ζήσεται ἐν αὐτοῖς.
|
12 Ο Νομος όμως δεν στηρίζεται εις
την πίστιν και δεν δίδει δικαίωσιν δια της πίστεως, αλλ' όπως γράφεται εις
αυτόν, “εκείνος ο άνθρωπος που ετήρησεν όλα τα προστάγματα του Νομου, αυτός
θα ζήση δι' αυτών”. (Κανείς όμως δεν ημπόρεσε ούτε θα ημπορέση να τηρήση όλον
τον Νομον, και άρα όλοι ευρίσκονται υπό κατάραν εξ αιτίας των παραβάσεων
του).
|
|
13 Χριστὸς ἡμᾶς
ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· γέγραπται
γάρ· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου·
|
13 Ο Χριστός όμως μας εξηγόρασεν από
αυτήν την κατάραν του Νομου με το να γίνη ο ίδιος χάριν ημών κατάρα και να
πληρώση ως λύτρον δι' ημάς τον σταυρικόν του θάνατον. Διότι έχει γραφή εις
την Παλαιάν Διαθήκην· “καταράμενος είναι καθένας που κρεμάται και πεθαίνει
επάνω στο ξύλον του σταυρού”.
|
|
14 ἵνα εἰς τὰ ἔθνη ἡ
εὐλογία τοῦ Ἀβραὰμ γένηται ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πνεύματος
λάβωμεν διὰ τῆς πίστεως.
|
14 Και έγινε κατάρα, δια να έλθη
στους εθνικούς, δια μέσου του Ιησού Χριστού, η ευλογία του Θεού προς τον
Αβραάμ, δια να λάβωμεν ημείς, Ιουδαίοι και εθνικοί, δια μέσου της πίστεως την
ευλογημένην υπόσχεσιν περί των ανεκτιμήτων δωρεών του Αγίου Πνεύματος.
|
|
15 Ἀδελφοί, κατὰ
ἄνθρωπον λέγω· ὅμως ἀνθρώπου κεκυρωμένην διαθήκην οὐδεὶς ἀθετεῖ ἢ
ἐπιδιατάσσεται.
|
15 Αδελφοί, σας φέρνω ένα
παράδειγμα, από όσα συμβαίνουν μεταξύ των ανθρώπων. Διαθήκην ανθρώπου, η
οποία μετά τον θάνατον του έχει ελεχθή και αναγνωρισθή ως έγκυρος, κανένας
δεν την καταργεί η δεν προσθέτει καμμίαν διάταξιν εις αυτήν.
|
|
16 τῷ δὲ Ἀβραὰμ ἐρρέθησαν
αἱ ἐπαγγελίαι καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ· οὐ λέγει, καὶ τοῖς σπέρμασιν, ὡς ἐπὶ
πολλῶν, ἀλλ’ ὡς ἐφ’ ἑνός, καὶ τῷ σπέρματί σου, ὅς ἐστι Χριστός.
|
16 Και ο Θεός είχε συνάψει διαθήκην
με τον Αβραάμ, όταν έδωκε τας υποσχέσστου “εις αυτόν και στο σπέρμα του”. Δεν
είπεν ο Θεός “και εις τα σπέρματα αυτού”, διότι τότε θα επρόκειτο περί
πολλών, αλλ' ως εάν επρόκειτο-όπως και επρόκειτο-περί ενός μόνον, είπε, “καις
στο σπέρμα σου”. στον απόγονόν σου. Αυτός δε ο ένας απόγονος είναι ο Χριστός.
|
|
17 τοῦτο δὲ λέγω· διαθήκην
προκεκυρωμένην ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς Χριστὸν ὁ μετὰ ἔτη τετρακόσια καὶ τριάκοντα
γεγονὼς νόμος οὐκ ἀκυροῖ, εἰς τὸ καταργῆσαι τὴν ἐπαγγελίαν.
|
17 Ιδού τώρα η σκέψις μου· Την
διαθήκην αυτήν, που είχεν επικυρωθή προηγουμένως από τον Θεόν με όρκον και
ανεφέρετο στον Χριστόν, ο Νομος, ο οποίος εδόθη έπειτα από τετρακόσια τριάντα
έτη, δεν την ακυρώνει-και ούτε ημπορεί να την ακυρώση-ώστε να καταργήση την
υπόσχεσιν του Θεού.
|
|
18 εἰ γὰρ ἐκ νόμου ἡ
κληρονομία, οὐκέτι ἐξ ἐπαγγελίας· τῷ δὲ Ἀβραὰμ δι’ ἐπαγγελίας κεχάρισται ὁ
Θεός.
|
18 Θα το έπραττεν όμως αυτό, εάν η
δικαίωσις και η κληρονομία της αιωνίου ζωής ήτο καρπός της τηρήσεως του νόμου
και όχι δωρεά από την υπόσχεσιν του Θεού. Εις τον Αβραάμ όμως έχει χαρίσει ο
Θεός αυτήν την δωρεάν, δια της υποσχέσεως που του είχε δώσει.
|
|
19 Τί οὖν ὁ νόμος; τῶν
παραβάσεων χάριν προσετέθη, ἄχρις οὗ ἔλθῃ τὸ σπέρμα ᾧ ἐπήγγελται, διαταγεὶς
δι’ ἀγγέλων ἐν χειρὶ μεσίτου.
|
19 Και λοιπόν, διατί τότε εδόθη ο
Νομος; Προσετέθη ο Νομος εις την υπόσχεσιν του Θεού, εξ αιτίας των παραβάσεών
μας, δια να συναισθανώμεθα δηλαδή την αμαρτωλότητα και ενόχην μας, να
ζητούμεν δε και να περιμένωμεν από τον Θεόν την λύτρωσίν μας, μέχρις ότου
έλθη ο ευλογημένος απόγονος του Αβραάμ, εν τω προσώπω του οποίου θα
επραγματοποιούντο όλαι αι επαγγελίαι και θα ευλογούντο όλα τα έθνη της γης. Ο
δε Νομος εκοινοποιήθη με διαταγάς δια μέσου των αγγέλων και εδόθη με το χέρι
του Μωϋσέως, ως μεσίτου.
|
|
20 ὁ δὲ μεσίτης ἑνὸς
οὐκ ἔστιν, ὁ δὲ Θεὸς εἷς ἐστιν.
|
20 Ο δε μεσίτης δεν είναι ενός μόνον
προσώπου, αλλά τουλάχιστον δύο. Το ένα δε πρόσωπον εις την περίστασιν αυτήν
είναι ο Θεός, το δε άλλο οι Εβραίοι, οι οποίοι έπρεπε να τηρήσουν κατά πάντα
τον Νομον, δια να ζήσουν δια μέσου αυτού. Τον παρέβησαν όμως και ήσαν ως εκ
τούτου επικατάρατοι.
|
|
21 ὁ οὖν νόμος κατὰ
τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ; μὴ γένοιτο· εἰ γὰρ ἐδόθη νόμος ὁ δυνάμενος
ζῳοποιῆσαι, ὄντως ἂν ἐκ νόμου ἦν ἡ δικαιοσύνη·
|
21 Ο Νομος, λοιπόν, είναι εναντίον
των επαγγελιών του Θεού, αφού έκαμε τους ανθρώπους εξ αιτίας των παραβάσεών
των καταραμένους; Οχι βέβαια. Διότι εάν εδόθη τέτοιος Νομος, ο οποίος θα
ηδύνατο να παρέχη αιωνίαν ζωήν, τότε θα ημπορούσαμεν να είπωμεν, ότι η
δικαίωσις του ανθρώπου θα ήτο έργον του Νομου. Τετοιαν δικαίωσιν όμως δεν
δίδει ο Νομος και άρα δεν καταργεί ούτε και αντιτίθεται εις τας επαγγελίας
του Θεού.
|
|
22 ἀλλὰ συνέκλεισεν ἡ
γραφὴ τὰ πάντα ὑπὸ ἁμαρτίαν, ἵνα ἡ ἐπαγγελία ἐκ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ δοθῇ
τοῖς πιστεύουσι.
|
22 Αλλ' ο γραπτός Νομος έκλεισεν
ολοτελώς τα πάντα υπό την αμαρτίαν, ώστε η επαγγελία της λυτρώσεως να δοθή
δια της πίστεως στον Ιησούν Χριστόν, εις όλους δηλαδή που πιστεύουν.
|
|
23 Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν
τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκλεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν
ἀποκαλυφθῆναι.
|
23 Πριν δε να έλθη η δια της πίστεως
λύτρωσις και σωτηρία, όλοι εφρουρούμεθα από τον Νομον, κλεισμένοι και
περιμανδρωμένοι, προοριζόμενοι δια την πίστιν, που έμελλε εν καιρώ να
αποκαλυφθή.
|
|
24 ὥστε ὁ νόμος
παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν·
|
24 Ωστε ο Νομος έγινε παιδαγωγός
μας, ο οποίος μας εξεπαίδευε και μας προπαρασκευάζε να ποθήσωμεν και
γνωρίσωμεν τον Χριστόν, ώστε να πάρωμεν την δικαίωσιν από την πίστιν.
|
|
25 ἐλθούσης δὲ τῆς
πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν.
|
25 Από τότε δε που ήλθεν αυτή η
πίστις, που ήλθε δηλαδή ο Χριστός, ο οποίος δια της πίστεως εις αυτόν μας
δίδει την δικαίωσιν, δεν είμεθα πλέον κάτω από τον παιδαγωγόν, δηλαδή κάτω
από τον Νομον.
|
|
26 πάντες γὰρ υἱοὶ
Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ·
|
26 Διότι όλοι είσθε υιοί του Θεού
δια της πίστεως στον Ιησούν Χριστόν,
|
|
27 ὅσοι γὰρ εἰς
Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε.
|
27 επειδή όσοι έχετε βαπτισθή στο
όνομα του Χριστού και ομολογείτε έτσι αυτόν Σωτήρα, εφορέσατε τον Χριστόν και
ενωθήκατε με αυτόν.
|
|
28 οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος
οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ
ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
|
28 Δι' αυτό και εις την νέαν
κατάστασιν, εις την βασιλείαν του Χριστού, δεν υπάρχουν διαφραί εθνικότητος,
τάξεως και φύλου. Δεν υπάρχει Ιουδαίος ούτε Ελλην, δεν υπάρχει δούλος ούτε
ελεύθερος, δεν υπάρχει άρσεν και θύλυ, διότι όλοι σεις είσθε ένας νέος
άνθρωπος και νέος οργανισμός, δια μέσου του Ιησού Χριστού.
|
|
29 εἰ δὲ ὑμεῖς
Χριστοῦ, ἄρα τοῦ Ἀβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ’ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι.
|
29 Εάν δε σεις οι εθνικοί, που
επιστεύσατε, ανήκετε στον Χριστόν, άρα είσθε πνευματικοί απόγονοι του Αβραάμ
και σύμφωνα με την υπόσχεσιν, που ο Θεός έδωσεν εις αυτόν, κληρονόμοι των
ευλογιών.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου