ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 (Δ)
|
1 Λέγω δέ, ἐφ’ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν,
οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν,
|
1 Σας λέγω δε και τούτο· ότι όσον
χρόνον ο κληρονόμος είναι νήπιος και ανήλικος, δεν διαφέρει τίποτε από τον
δούλον, καίτοι είναι κύριος όλης της κληρονομίας.
|
|
2 ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς
προθεσμίας τοῦ πατρός.
|
2 Αλλ' ευρίσκεται πάντοτε κάτω από
την κηδεμονίαν και την εξουσίαν των επιτρόπων, που τον εκπροσωπούν, και κάτω
από τους οικονόμους, που διαχειρίζονται την κληρονομίαν, μέχρι της
προσθεμίας, που έχει ορίσει με την διαθήκην του ο πατήρ.
|
|
3 οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα
τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι·
|
3 Ετσι και ημείς οι Χριστιανοί, εφ'
όσον διαρκούσε η νηπιακή μας ηλικία, από πνευματικής απόψεως, ήμεθα
υποδουλωμένοι κάτω από τας στοιχειώδεις διατάξστου μωσαϊκού Νομου και των
άλλων θρησκειών, που έχουν οι άνθρωποι της αγνοίας.
|
|
4 ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ
Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον,
|
4 Οταν δε συνεπληρώθη ο χρόνος και
ήλθεν ο κατάλληλος καιρός, που είχεν ορισθή μέσα στο θείον σχέδιον, έστειλεν
ο Θεός, από τον ουρανόν εις την γην, τον Υιόν του, ο οποίος έλαβε σάρκα
ανθρωπίνην δια μέσου παρθένου γυναικός και υπετάχθη θεληματικά στον μωσαϊκόν
Νομον.
|
|
5 ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν
ἀπολάβωμεν.
|
5 Και τούτο, δια να εξαγοράση
εκείνους που ευρίσκοντο κάτω από την κατάραν του Νομου, δια να πάρωμεν όλοι
την υιοθεσίαν, που μας είχεν υποσχεθή ο Θεός.
|
|
6 Ὅτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ
υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν, κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ πατήρ.
|
6 Ακριβώς δε διότι τώρα είσθε υιοί
του Θεού, δια τούτο έστειλεν ο Θεός από τον ουρανόν το Πνεύμα του Υιού του
εις τας καρδίας σας, ώστε να σας δίδη το προνόμιον και την χάριν, να
απευθύνεσθε προς τον Θεόν κράζοντες· Αββά, δηλαδή Πατέρα μας.
|
|
7 ὥστε οὐκέτι εἶ δοῦλος, ἀλλ’ υἱός· εἰ δὲ υἱός, καὶ
κληρονόμος Θεοῦ διὰ Χριστοῦ.
|
7 Ωστε σύμφωνα με αυτά συ, ο
Χριστιανός, δεν είσαι πλέον δούλος των στοιχείων του κόσμου, αλλ' υιός του
Θεού. Εάν δε είσαι υιός του Θεού, είσαι κατά συνέπειαν και κληρονόμος του
Θεού δια μέσου του Ιησού Χριστού.
|
|
8 Ἀλλὰ τότε μὲν οὐκ εἰδότες Θεὸν ἐδουλεύσατε τοῖς μὴ
φύσει οὖσι θεοῖς·
|
8 Αλλά τότε μεν, εις την εποχήν της
αγνοίας και ειδωλολατρίας σας, που δεν είχατε γνωρίσει τον αληθινόν Θεόν,
εδουλεύσατε εις θεούς, οι οποίοι εις την πραγματικότητα δεν είναι θεοί.
|
|
9 νῦν δὲ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ,
πῶς ἐπιστρέφετε πάλιν ἐπὶ τὰ ἀσθενῆ καὶ πτωχὰ στοιχεῖα, οἷς πάλιν ἄνωθεν
δουλεύειν θέλετε;
|
9 Τωρα όμως που εγνωρίσατε τον
αληθινόν Θεόν, η μάλλον έχετε γνωρισθή και αναγνωρισθή από τον Θεόν ως παιδιά
του, πως ξαναγυρίζετε πάλιν εις τα ατελή και αδύνατα και φτωχά στοιχεία της
ειδωλολατρικής θρησκείας και των τυπικών διατάξεων του Νομου, εις τα οποία
θέλετε, όπως και πριν, να υποδουλωθήτε πάλιν;
|
|
10 ἡμέρας παρατηρεῖσθε
καὶ μῆνας καὶ καιροὺς καὶ ἐνιαυτούς;
|
10 Εξετάζετε τώρα και φυλάσσετε,
όπως οι Εβραίοι, ωρισμένας ημέρας της εβδομάδος και μήνας και εποχάς του
έτους και εορτάς των ετών;
|
|
11 φοβοῦμαι ὑμᾶς μήπως
εἰκῆ κεκοπίακα εἰς ὑμᾶς.
|
11 Φοβούμαι, μήπως ματαίως και
ανωφελώς έχω κοπιάσει δια σας.
|
|
12 Γίνεσθε ὡς ἐγώ, ὅτι
κἀγὼ ὡς ὑμεῖς, ἀδελφοί, δέομαι ὑμῶν. οὐδέν με ἠδικήσατε.
|
12 Θελήστε, αδελφοί, να γίνετε όπως
τώρα είμαι εγώ, ο οποίος άλλοτε ήμουν όπως σεις τώρα, (και επρόσεχα με πολύν
ζήλον τας διατάξστου Νομου, τας εβραϊκάς εορτάς και τα άλλα ιουδαϊκά έθιμα,
τα οποία όμως τώρα έχω αποκηρύξει και ακολουθώ τον Χριστόν). Σας παρακαλώ δια
τούτο, αδελφοί· δεν με έχετε αδικήσει εις τίποτε, (ώστε εγώ να θέλω να σας
βλάψω. Εξ αντιθέτου, εγώ σας αγαπώ και ποθώ πάντοτε το καλόν σας).
|
|
13 οἴδατε δὲ ὅτι δι’
ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς εὐηγγελισάμην ὑμῖν τὸ πρότερον,
|
13 Ξεύρετε άλλωστε, ότι ένεκα
σωματικής ασθενείας έμεινα μεταξύ σας, καθώς επερνούσα από την χώρα σας, και
εκύρυξα εις σας πρώτην φοράν το Ευαγγέλιον του Χριστού.
|
|
14 καὶ τὸν πειρασμόν
μου τὸν ἐν τῇ σαρκί μου οὐκ ἐξουθενήσατε οὐδὲ ἐξεπτύσατε, ἀλλ’ ὡς ἄγγελον
Θεοῦ ἐδέξασθέ με, ὡς Χριστὸν Ἰησοῦν.
|
14 Και την θλίψιν μου αυτήν την
σωματικήν δεν την περιφρονήσατε, ούτε και με αηδιάσατε, αλλά τουναντίον με
εδέχθητε σαν άγγελον Θεού, σαν αυτόν τον Ιησούν Χριστόν.
|
|
15 τίς οὖν ἦν ὁ
μακαρισμὸς ὑμῶν; μαρτυρῶ γὰρ ὑμῖν ὅτι εἰ δυνατὸν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν
ἐξορύξαντες ἂν ἐδώκατέ μοι.
|
15 Τι έγινε, λοιπόν, ο μακαρισμός
σας εκ μέρους των ανθρώπων, που με εδεχθήκατε με τέτοιαν διάθεσιν και
προθυμίαν; Διότι, το καταθέτω προς τιμήν σας, ότι αν ήτο δυνατόν και αυτά
ακόμη τα μάτια σας θα τα εβγάζατε και θα μου τα εδίδατε. Τοσον πολύ με είχατε
εκτιμήσει και αγαπήσει.
|
|
16 ὥστε ἐχθρὸς ὑμῶν
γέγονα ἀληθεύων ὑμῖν;
|
16 Ωστε έχω γίνει τώρα εχθρός σας,
επειδή σας λέγω την αλήθειαν;
|
|
17 ζηλοῦσιν ὑμᾶς οὐ
καλῶς, ἀλλὰ ἐκκλεῖσαι ὑμᾶς θέλουσιν, ἵνα αὐτοὺς ζηλοῦτε.
|
17 Διατί πείθεσθε στους
ψευδοδιδασκάλους; Αυτοί δεικνύουν ζήλον για σας, όχι βέβαια δια το καλόν σας,
αλλά διότι θέλουν να σας αποκλείσουν από την ορθήν πίστιν του Χριστού, δια να
δεικνύετε ζήλον και υπακοήν εις αυτούς τους ιδίους και να γίνετε έτσι όργανα
εξυπηρετήσεως των.
|
|
18 καλὸν δὲ ζηλοῦσθαι
ἐν καλῷ πάντοτε καὶ μὴ μόνον ἐν τῷ παρεῖναί με πρὸς ὑμᾶς.
|
18 Καλόν είναι το να είσθε πάντοτε
ζηλευτοί και αξιομίμητοι, στο καλόν όμως και το σύμφωνον προς το θέλημα του
Θεού. Και αυτό πρέπει να γίνεται πάντοτε, και όχι μόνον όταν εγώ ευρίσκωμαι
μαζή σας.
|
|
19 τεκνία μου, οὓς
πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν!
|
19 Παιδάκια μου, αγαπημένα μου
πνευματικά παιδιά, δια τους οποίους πάλιν ξαναδοκιμάζω πόνους και ωδίνας,
μέχρις ότου η προσωπικότης του Χριστού μορφωθή μέσα σας.
|
|
20 ἤθελον δὲ παρεῖναι
πρὸς ὑμᾶς ἄρτι καὶ ἀλλάξαι τὴν φωνήν μου, ὅτι ἀποροῦμαι ἐν ὑμῖν.
|
20 Ηθελα δε να είμαι πάλιν παρών
μεταξύ σας τώρα και να αλλάξω τον πατρικόν τόνον της φωνής μου εις θρήνον και
δάκρυα, διότι ευρίσκομαι εις απορίαν και δεν γνωρίζω πως να φερθώ απέναντί
σας.
|
|
21 Λέγετέ μοι οἱ ὑπὸ
νόμον θέλοντες εἶναι· τὸν νόμον οὐκ ἀκούετε;
|
21 Πεστε μου, σεις οι οποίοι θέλετε
να είσθε κάτω από την εξουσίαν του Νομου, δεν ακούετε τι λέγει αυτός ο Νομος;
|
|
22 γέγραπται γὰρ ὅτι
Ἀβραὰμ δύο υἱοὺς ἔσχεν, ἕνα ἐκ τῆς παιδίσκης καὶ ἕνα ἐκ τῆς ἐλευθέρας.
|
22 Διότι εκεί έχει γραφή, ότι ο
Αβραάμ απέκτησε δύο παιδιά, ένα παιδί από την δούλην του, την Αγαρ, και ένα
παιδί από την ελευθέραν, από την Σαρραν.
|
|
23 ἀλλ’ ὁ μὲν ἐκ τῆς
παιδίσκης κατὰ σάρκα γεγέννηται, ὁ δὲ ἐκ τῆς ἐλευθέρας δι’ ἐπαγγελίας.
|
23 Αλλ' ο μεν πρώτος υιός, ο από την
δούλην, έχει γεννηθή, όπως συνήθως, κατά τους βιολογικούς νόμους της σαρκός,
χωρίς καμμίαν ειδικήν εύνοιαν και υπόσχεσιν του Θεού. Ο δε άλλος, από την
ελευθέραν, την Σαρραν, εγεννήθη σύμφωνα με την υπόσχεσιν, που έδωκεν ο Θεός
στον Αβραάμ.
|
|
24 ἅτινά ἐστιν
ἀλληγορούμενα. αὗται γάρ εἰσι δύο διαθῆκαι, μία μὲν ἀπὸ ὄρους Σινᾶ, εἰς
δουλείαν γεννῶσα, ἥτις ἐστὶν Ἄγαρ·
|
24 Αυτά είναι αλληγορίαι, που
προδιατυπώνουν άλλα γεγονότα. Διότι αι δύο αυταί γυναίκες εικονίζουν τας δύο
διαθήκας. Η μεν μία διαθήκη είναι η του όρους Σινά, η οποία γεννά τα παιδιά
της εις την δουλείαν του Νομου και η οποία εικονίζεται από την 'Αγαρ.
|
|
25 τὸ γὰρ Ἄγαρ Σινᾶ ὄρος
ἐστὶν ἐν τῇ Ἀραβίᾳ, συστοιχεῖ δὲ τῇ νῦν Ἰερουσαλήμ, δουλεύει δὲ μετὰ τῶν
τέκνων αὐτῆς·
|
25 Διότι, όπως είναι γνωστόν, το
όρος Σινά λέγεται και Αγαρ. Υπάρχει εις την Αραβίαν, αντιστοιχεί δε και
προτυπώνει την επίγειον Ιερουσαλήμ. Αυτή δε η επίγειος Ιερουσαλήμ μαζή με τα
τέκνα της είναι δούλη, όπως δούλη υπήρξε και η Αγαρ.
|
|
26 ἡ δὲ ἄνω Ἰερουσαλὴμ
ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ πάντων ἡμῶν.
|
26 Η δε επουράνιος Ιερουσαλήμ είναι
ελευθέρα. Αυτή ακριβώς είναι η μητέρα όλων ημών των Χριστιανών.
|
|
27 γέγραπται γάρ·
εὐφράνθητι στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα, ῥῆξον καὶ βόησον ἡ οὐκ ὠδίνουσα· ὅτι πολλὰ
τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα.
|
27 Εχει άλλωστε γραφή προφητικώς εις
την Π. Διαθήκην· “γέμισε με χαράν και ευφροσύνην συ η Εκκλησία, η οποία πριν
έλθη ο Χριστός ήσουν στείρα και δεν εγεννούσες τέκνα. Κραύγασε με αγαλλίασιν
και βόησε χαρμόσυνα συ, η οποία έως τώρα δεν είχες γεννήσει τέκνα και δεν
είχες γνωρίσει τας ωδίνας του τοκετού. Διότι τα παιδιά σου, που ήσουν έρημη
από άνδρα, θα είναι πολλά, περισσότερα από όσα είχεν αποκτήσει, η επίγειος
Ιερουσαλήμ, η οποία, επειδή εγνώριζε τον αληθινόν Θεόν, εφαίνετο σαν να έχη
άνδρα”.
|
|
28 ἡμεῖς δέ, ἀδελφοί,
κατὰ Ἰσαὰκ ἐπαγγελίας τέκνα ἐσμέν.
|
28 Ημείς δε οι Χριστιανοί, αδελφοί,
είμεθα τέκνα, που εγεννήθημεν σύμφωνα με τας υποσχέσστου Θεού προς τον
Αβραάμ, όπως είχε γεννηθή τότε και ο Ισαάκ.
|
|
29 ἀλλ’ ὥσπερ τότε ὁ
κατὰ σάρκα γεννηθεὶς ἐδίωκε τὸν κατὰ πνεῦμα, οὕτω καὶ νῦν.
|
29 Αλλ' όπως τότε ο υιός, που
εγεννήθη κατά τους βιολογικούς νόμους της σαρκός, εφθονούσε και κατεδίωκε τον
Ισαάκ, που είχε γεννηθή με την δύναμιν του Πνεύματος και με τρόπον
υπερφυσικόν, έτσι και τώρα οι πνευματικοί απόγονοι του Αβραάμ, οι Χριστιανοί,
διώκονται από τους κατά σάρκα απογόνους, δηλαδή από τους Εβραίους.
|
|
30 ἀλλὰ τί λέγει ἡ
γραφή; ἔκβαλε τὴν παιδίσκην καὶ τὸν υἱὸν αὐτῆς· οὐ μὴ γὰρ κληρονομήσει ὁ υἱὸς
τῆς παιδίσκης μετὰ τοῦ υἱοῦ τῆς ἐλευθέρας.
|
30 Αλλά τι λέγει επί του γεγονότος
αυτού η Γραφή; “Διώξε την δούλην, την Αγαρ, και το παιδί της, τον Ισμαήλ,
είπεν ο Θεός στον Αβραάμ· διότι δεν θα κληρονομήση ο υιός της δούλης μαζή με
τον υιόν της ελευθέρας”.
|
|
31 Ἄρα, ἀδελφοί, οὐκ
ἐσμὲν παιδίσκης τέκνα, ἀλλὰ τῆς ἐλευθέρας.
|
31 Κατά συνέπειαν, αδελφοί, δεν
είμεθα παιδιά της δούλης, της επιγείου δηλαδή Ιερουσαλήμ, η οποία ευρίσκεται
υπό την κυριαρχίαν του Νομου, αλλ' είμεθα τέκνα της ελευθέρας, δηλαδή της
επουρανίου Ιερουσαλήμ, της Εκκλησίας του Χριστού.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου