Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ ΚΕΦ. 4



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 (Δ)


1 Φοβηθῶμεν οὖν μή ποτε, καταλειπομένης ἐπαγγελίας εἰσελθεῖν εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ, δοκῇ τις ἐξ ὑμῶν ὑστερηκέναι.
1 Λοιπόν και ημείς, έχοντες υπ' όψιν την τιμωρίαν των Εβραίων ας φοβηθώμεν μήπως τυχόν, ενώ ισχύει δι' ημάς η νέα υπόσχεσις του Θεού δια να εισέλθωμεν εις την αιωνίαν ανάπαυσιν της ενδόξου Βασιλείας του, φανή ότι κάποιος από σας έχει καθυστερήσει και μένει έξω.
2 καὶ γάρ ἐσμεν εὐηγγελισμένοι, καθάπερ κἀκεῖνοι· ἀλλ’ οὐκ ὠφέλησεν ὁ λόγος ἀκοῆς ἐκείνους μὴ συγκεκραμένους τῇ πίστει τοῖς ἀκούσασιν.
2 Διότι και ημείς έχομεν πάρει την χαρμόσυνον υπόσχεσιν της αιωνίου ζωής, όπως ακριβώς εκείνοι είχαν πάρει την υπόσχεσιν δια την γην της αναπαύσεώς των. Αλλά δεν τους ωφέλησεν ο λόγος, τον οποίον ήκουσαν δια την γην της επαγγελίας, επειδή στους ακούσαντας δεν ήτο συνυφασμένος και συνδεδεμένος με την ζωντανήν πίστιν και την πρόθυμον υπακοήν.
3 εἰσερχόμεθα γὰρ εἰς τὴν κατάπαυσιν οἱ πιστεύσαντες, καθὼς εἴρηκεν· ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ὀργῇ μου, εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου· καίτοι τῶν ἔργων ἀπὸ καταβολῆς κόσμου γενηθέντων.
3 Ημείς όμως, που έχομεν πιστεύσει, θα εισέλθωμεν εις την αιωνίαν ανάπαυσιν του ουρανού, καθώς έχει είπει ο Θεός· “Ετσι ωργισμένος εναντίον των ωρκίσθην, ότι δεν θα εισέλθουν εις την γην της αναπαύσεως, που τους έχω υποσχεθή”· καίτοι τα έργα του Θεού, συνεπώς και η γη της καταπαύσεως, έγιναν από τότε που εκτίσθη ο κόσμος.
4 εἴρηκε γάρ που περὶ τῆς ἑβδόμης οὕτω· καὶ κατέπαυσεν ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ·
4 Διότι έχει λεχθή κάπου εις την Αγίαν Γραφήν δια την εβδόμην ημέραν τούτο· “και κατέπαυσεν ο Θεός κατά την εβδόμην ημέραν από όλα τα έργα του”.
5 καὶ ἐν τούτῳ πάλιν· εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου.
5 Και πάλιν εις την Αγίαν Γραφήν έχει λεχθή· “δεν θα εισέλθουν εις την καταύπασίν μου”, όπως και πράγματι δεν εισήλθον.
6 ἐπεὶ οὖν ἀπολείπεταί τινας εἰσελθεῖν εἰς αὐτήν, καὶ οἱ πρότερον εὐαγγελισθέντες οὐκ εἰσῆλθον δι’ ἀπείθειαν,
6 Επειδή, λοιπόν, υπολείπεται να εισέλθουν κάποιοι εις την καταύπασιν και αυτοί που εδέχθησαν προηγουμένως την χαρμόσυνον υπόσχεσιν δεν εισήλθον εις αυτήν εξ αιτίας της απιστίας των,
7 πάλιν τινὰ ὁρίζει ἡμέραν, σήμερον, ἐν Δαυῒδ λέγων, μετὰ τοσοῦτον χρόνον, καθὼς εἴρηται· σήμερον ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν.
7 πάλιν ο Θεός ορίζει κάποιον άλλην ημέραν, λέγων με το στόμα του Δαυΐδ· σήμερον, ύστερα δηλαδή από τόσους αιώνας μετά τον Μωϋσέα, καθώς έχει λεχθή δια του Δαυίδ “σήμερον, εάν ακούσετε την φωνήν του Θεού, μη κάμετε σκληράς τας καρδίας σας, με την απιστίας και την ανυπακοήν σας”.
8 εἰ γὰρ αὐτοὺς Ἰησοῦς κατέπαυσεν, οὐκ ἂν περὶ ἄλλης ἐλάλει μετὰ ταῦτα ἡμέρας·
8 Διότι, εάν ο Ιησούς του Ναυή ωδηγούσε τους Εβραίους εκείνους της ανυπακοής και τους εισήγε τότε εις την γην της καταπαύσεως, δεν θα ωμιλούσε ο Θεός έπειτα από αυτά περί άλλης ημέρας καταπαύσεως. (Η γη της επαγγελίας εις την οποίαν εισήλθον οι Ισραηλίται δεν ήτο η γη της αληθινής, της αιωνίας αναπαύσεως. Δι' αυτό ο Θεός ομιλεί περί άλλης αναπαύσεως).
9 ἄρα ἀπολείπεται σαββατισμὸς τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ.
9 Δια να ομιλή όμως το Πνεύμα το Αγιον περί άλλης καταπαύσεως, σημαίνει ότι απομένει αιωνία και χαρμόσυνος κατάπαυσις και μακαριότητος στον αληθινόν λαόν του Θεού.
10 ὁ γὰρ εἰσελθὼν εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ καὶ αὐτὸς κατέπαυσεν ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὥσπερ ἀπὸ τῶν ἰδίων ὁ Θεός.
10 Διότι εκείνος που εισήλθεν εις αυτήν την αιωνίαν κατάπαυσιν του Θεού, εις την βασιλείαν των ουρανών, έχει αναπαυθή και αυτός από τους αγώνας και τα έργα του, όπως ακριβώς και ο Θεός ανεπαύθη από τα ιδικά του έργα.
11 Σπουδάσωμεν οὖν εἰσελθεῖν εἰς ἐκείνην τὴν κατάπαυσιν, ἵνα μὴ ἐν τῷ αὐτῷ τις ὑποδείγματι πέσῃ τῆς ἀπειθείας.
11 Ας προσπαθήσωμεν, λοιπόν, με κάθε επιμέλειαν και δραστηριότητα να εισέλθωμεν εις εκείνην την ουρανίαν ανάπαυσιν, δια να μη πέση κανείς στο αυτό κατάντημα και πάθημα των απίστων και ανυποτάκτων Ιουδαίων.
12 Ζῶν γὰρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καὶ διικνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καὶ πνεύματος, ἁρμῶν τε καὶ μυελῶν, καὶ κριτικὸς ἐνθυμήσεων καὶ ἐννοιῶν καρδίας,
12 Διότι ο λόγος του Θεού δεν είναι νεκρός και αδρανής, αλλά ζωντανός και δραστήριος, κοπτερώτερος από κάθε κολοτροχισμένο δίκοπο μαχαίρι, ικανός να εισδύη εις όλην την ύπαρξιν του ανθρώπου, μέχρι που να ξεχωρίζη την ψυχήν και τα πνευματικά χαρίσματα του ανθρώπου, τας αρθρώσεις και τους μυελούς· και έχει την δύναμιν να ερευνά και να κρίνη και τας πλέον αφανείς και κρυφίας σκέψεις και εννοίας της καρδίας.
13 καὶ οὐκ ἔστι κτίσις ἀφανὴς ἐνώπιον αὐτοῦ, πάντα δὲ γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ, πρὸς ὃν ἡμῖν ὁ λόγος.
13 Και δεν υπάρχει κανένα κτίσμα αφανές και αόρατον ενώπιον του Θεού, αλλ' όλα είναι γυμνά και ξέσκεπα εις τα μάτια αυτού, προς τον οποίον και ημείς μίαν ημέραν θα λογοδοτήσωμεν.
14 Ἔχοντες οὖν ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας.
14 Αφού, λοιπόν, έχομεν Αρχιερέα μέγαν, που έχει διαβή τους ουρανούς και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού, τον Ιησούν, τον Υιόν του Θεού, ας κρατώμεν σφικτά την ομολογίαν της πίστεώς μας.
15 οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειρασμένον δὲ κατὰ πάντα καθ’ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας.
15 Διότι δεν έχομεν Αρχιερέα, ο οποίος-λόγω αγνοίας εκείνων που συμβαίνουν εις ημάς-δεν ημπορεί να αισθανθή συμπάθειαν προς τας πνευματικάς και ηθικάς ημών ασθενείας και αδυναμίας. Τουναντίον έχομεν Αρχιερέα, ο οποίος έχει πειρασθή και δοκιμασθή εις όλα, όσα είναι δυνατόν να πειρασθή η ανθρωπίνη φύσις, ομοίως με ημάς, χωρίς όμως να παρασυρθή εις καμμίαν απολύτως αμαρτίαν.
16 προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν.
16 Λοιπόν ας προσευχώμεθα με θάρρος και ακλόνητος πεποίθησιν στον θρόνον της χάριτος, δια να λάβωμεν έλεον και συγχώρησιν των αμαρτιών μας και δια να εύρωμεν την θείαν χάριν, που θα μας βοηθή αποτελεσματικώς εις κάθε περίστασιν πειρασμών και κινδύνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου