Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ ΚΕΦ. 6



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 (Ϛ)


1 Διὸ ἀφέντες τὸν τῆς ἀρχῆς τοῦ Χριστοῦ λόγον ἐπὶ τὴν τελειότητα φερώμεθα, μὴ πάλιν θεμέλιον καταβαλλόμενοι μετανοίας ἀπὸ νεκρῶν ἔργων, καὶ πίστεως ἐπὶ τὸν Θεόν,
1 Επειδή, λοιπόν, από τόσον καιρόν έχετε ακούσει την διδασκαλίαν του Χριστού και δεν πρέπει πλέον να μένετε νήπιοι πνευματικώς, ας αφήσωμεν τας στοιχειώδεις και απλουστάτας διδασκαλίας περί του Χριστού και ας προχωρήσωμεν προς τας τελειοτέρας. Και ας μη θέτωμεν πάλιν ως θεμέλιον της εν Χριστώ ζωής σας εκείνα, από τα οποία ηρχίσαμεν, δηλαδή να μη αρχίσωμεν από την μετάνοιαν εκ των νεκρών έργων της αμαρτίας και από την πίστιν στον Θεόν·
2 βαπτισμῶν διδαχῆς, ἐπιθέσεώς τε χειρῶν, ἀναστάσεώς τε νεκρῶν καὶ κρίματος αἰωνίου.
2 από την διδασκαλίαν περί της τεραστίας διαφοράς μεταξύ του χριστιανικού βαπτίσματος και των Ιουδαϊκών βαπτισμών και πλύσεων, από την επίθεσιν των χειρών, που γίνεται μετά το βάπτισμα δια την μετάδοσιν των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, από την διδασκαλίαν περί της αναστάσεως των νεκρών και της μελλούσης κρίσεως, από την οποίαν θα εξαρτηθή το αιώνιον μέλλον μας. Αυτά τα είπομεν εις την αρχην.
3 καὶ τοῦτο ποιήσομεν, ἐάνπερ ἐπιτρέπῃ ὁ Θεός.
3 Και, Θεού θέλοντος, θα πραγματοποιήσωμεν τώρα αυτήν την πρόοδον και θα προχωρήσωμεν εις την ανωτέραν πνευματικήν διδασκαλίαν και ζωήν.
4 ἀδύνατον γὰρ τοὺς ἅπαξ φωτισθέντας γευσαμένους τε τῆς δωρεᾶς τῆς ἐπουρανίου καὶ μετόχους γενηθέντας Πνεύματος ἁγίου
4 Πρέπει δε πάντοτε να προχωρούμεν, διότι άλλως υπάρχει φόβος καταστρεπτικής οπισθοδρομήσεως. Διότι είναι αδύνατον εκείνοι, οι οποίοι κατηχήθησαν τον λόγον του Θεού, έλαβον το άπαξ τελούμενον δια τον καθένα άγιον βάπτισμα και εγεύθησαν την απερίγραπτον γλυκύτητα και χάριν των ουρανίων δωρεών του Θεού και έγιναν μέτοχοι των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος
5 καὶ καλὸν γευσαμένους Θεοῦ ῥῆμα δυνάμεις τε μέλλοντος αἰῶνος,
5 και έλαβαν προσωπικήν πείραν πόσον καλός, ευεργετικός και ειρηνοποιός είναι ο λόγος του Θεού και εγνώρισαν τας υπερφυσικάς δυνάμεις και τα θαύματα, που πραγματοποιούνται εν τω ονόματι του Χριστού, θα εκδηλωθούν δε εις όλην των την λαμπρότητα κατά τον μέλλοντα αιώνα,
6 καὶ παραπεσόντας, πάλιν ἀνακαινίζειν εἰς μετάνοιαν, ἀνασταυροῦντας ἑαυτοῖς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ παραδειγματίζοντας.
6 αυτοί οι πιστοί, που τόσον έχουν προοδεύσει, εάν ξεπέσουν από όλα αυτά και τα αρνηθον, είναι αδύνατον να ανακαινίζωνται και να οδηγούνται πάλιν εις μετάνοιαν, διότι αυτοί με την άρνησίν των και την σκληροκαρδίαν των ξανασταυρώνουν τον Υιόν του Θεού, και, όπως απεσκληρυμμένοι άρχοντες του Ισραήλ τότε, τον διαπομπεύουν τώρα και αυτοί εις τα μάτια των ανθρώπων.
7 γῆ γὰρ ἡ πιοῦσα τὸν ἐπ’ αὐτῆς πολλάκις ἐρχόμενον ὑετόν καὶ τίκτουσα βοτάνην εὔθετον ἐκείνοις δι’ οὓς καὶ γεωργεῖται, μεταλαμβάνει εὐλογίας ἀπὸ τοῦ Θεοῦ·
7 Ας δεχώμεθα, λοιπόν, με ευλάβειαν και προς καρποφορίαν τας δωρεάς του Θεού, διότι η γη που πίνει πάντοτε την βροχήν, η οποία συχνά κατά διαστήματα πίπτει εις αυτήν, και αναβλαστάνει χόρτον και λαχανικά και καρπούς δι' εκείνους από τους οποίους και καλλιεργείται, παίρνει ευλογίαν από τον Θεόν.
8 ἐκφέρουσα δὲ ἀκάνθας καὶ τριβόλους, ἀδόκιμος καὶ κατάρας ἐγγύς, ἧς τὸ τέλος εἰς καῦσιν.
8 Οταν όμως βγάζη αγκάθια και τριβόλια, τότε γίνεται ακατάλληλος και άχρηστος, πλησιάζει δε και κινδυνεύει να γίνη κατηραμένη, το δε τέλος της θα είναι φωτιά, η οποία θα κάψη τα αγκάθια και τα τριβόλια. (Οι πιστοί, που δέχονται την χάριν του Θεού και προδεύουν εις την αρετήν, παίρνουν ολονέν και περισσοτέρας θείας ευλογίας· όσοι όμως εκτρέπονται εις έργα φαύλα και μοχθηρά και μένουν αμετανοήτως εις αυτά, γίνονται ένοχοι της κατάρας του Θεού).
9 Πεπείσμεθα δὲ περὶ ὑμῶν, ἀγαπητοί, τὰ κρείττονα καὶ ἐχόμενα σωτηρίας, εἰ καὶ οὕτω λαλοῦμεν.
9 Δια σας όμως, αδελφοί, αν και σας ομιλούμεν τόσον επιτιμητικά, έχομεν ακλόνητον την πεποίθησιν, ότι προοδεύετε προς τα καλύτερα και προς εκείνα, τα οποία συνδέονται με την αιωνίαν σωτηρίαν σας.
10 οὐ γὰρ ἄδικος ὁ Θεὸς ἐπιλαθέσθαι τοῦ ἔργου ὑμῶν καὶ τοῦ κόπου τῆς ἀγάπης ἧς ἐνεδείξασθε εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, διακονήσαντες τοῖς ἁγίοις καὶ διακονοῦντες.
10 Διότι δεν είναι άδικος ο Θεός, ώστε να λησμονήση τα καλά σας έργα και τον κόπον σας, δια την άσκησιν της αγάπης, την οποίαν εδείξατε εν τω ονόματι του Χριστού, υπηρετήσαντες τους Χριστιανούς και εξακολουθούντες μέχρι σήμερον να τους υπηρετήτε και βοηθήτε.
11 ἐπιθυμοῦμεν δὲ ἕκαστον ὑμῶν τὴν αὐτὴν ἐνδείκνυσθαι σπουδὴν πρὸς τὴν πληροφορίαν τῆς ἐλπίδος ἄχρι τέλους,
11 Θελομεν δε ο καθένας από σας να δεικνύη συνεχώς την ιδίαν προθυμίαν και φροντίδα, τον ιερόν ενθουσιασμόν και ζήλον, να έχετε ακλόνητον μέχρι τέλους της ζωής σας την βεβαιότητα περί των αιωνίων αγαθών, που ελπίζομεν,
12 ἵνα μὴ νωθροὶ γένησθε, μιμηταὶ δὲ τῶν διὰ πίστεως καὶ μακροθυμίας κληρονομούντων τὰς ἐπαγγελίας.
12 ώστε να μη είσθε αμελείς και οκνηροί, αλλά να γίνετε μιμηταί εκείνων, οι οποίοι χάρις εις την πίστιν και την εγκαρτέρησίν των κληρονομούν τα αγαθά, που έχει υποσχεθή ο Θεός.
13 Τῷ γὰρ Ἀβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ’ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ’ ἑαυτοῦ
13 Εις δε τον Αβραάμ, όταν είχε δώσει ο Θεός τας μεγάλας υποσχέσεις, επειδή δεν είχε κανένα μεγαλύτερόν του-εφ' όσον αυτός είναι ο μόνος απειροτέλειος-δια να ορκισθή και να βεβαιώση έτσι κατά τον απόλυτον τρόπον τον Αβραάμ, ότι ασφαλώς και βεβαίως θα τας εκπληρώση, ωρκίσθη στον εαυτόν του
14 λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε·
14 λέγων· “αληθώς και βεβαίως θα σε ευλογήσω πλουσίως και θα αυξήσω εις πλήθος πολύ και αναρίθμητον τους απογόνους σου”.
15 καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας·
15 Και έτσι ο Αβραάμ επίστευσεν στον Θεόν, επερίμενε με ακλόνητον αναμονήν, και επέτυχε την εκπλήρωσιν της υποσχέσεως, (διότι αφ' ενός μεν απέκτησε υιόν εκ της Σαρρας, τον Ισαάκ, γενάρχην και αρχηγόν έθνους, εφ' ετέρου δε από την χώραν των πνευμάτων είδε την ενανθρώπησιν του Υιού του Θεού, του ευλογημένου Σωτήρος των ανθρώπων).
16 ἄνθρωποι μὲν κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος·
16 Διότι οι άνθρωποι ορκίζονται συνήθως στον Θεόν, τον μεγαλύτερον από όλους, και δίδεται όρκος, δια να σταματήση κάθε αντιλογία μεταξύ των και δια να επιβεβαιωθούν επισήμως τα λεγόμενα.
17 ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ,
17 Δι' αυτό και ο Θεός, επειδή ήθελε με μεγαλυτέραν βεβαιότητα να δείξη στους κληρονόμους των υποσχέσεών του το αμετάκλητον και αμετακίνητον της αποφάσεως του, συγκατέβη να χρησιμοποιήση ως μέσον επιβεβαιώσεως τον όρκον.
18 ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος·
18 Και έτσι με δύο πράγματα, τα οποία είναι αμετάκλητα και αμετακίνητα, δηλαδή με την υπόσχεσίν του και τον όρκον του, εις τα οποία είναι εντελώς αδύνατον να ψευσθή ποτέ ο Θεός, να έχωμεν την βεβαιότητα και το στήριγμα να κρατήσωμεν την ελπίδα, η οποία μας έχει προσφερθή.
19 ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος,
19 Αυτήν δε την ελπίδα την έχομεν σαν άγκυραν της ψυχής ασφαλή και σταθεράν, η οποία εισέρχεται και μας κρατεί σταθερά ηνωμένους προς τον ουρανόν, τον οποίον ουρανόν εσυμβόλιζε το εκείθεν από το παραπέτασμα της σκηνής του μαρτυρίου τμήμα, τα Αγια των Αγίων.
20 ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.
20 Εις τον ουρανόν δε πρωτοπόρος χάρις ημών εισήλθεν ο Ιησούς, γενόμενος αρχιερεύς κατά τον τύπον του Μελχισεδεκ, όχι προσωρινός, αλλά αιώνιος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου