ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 (Ζ)
|
1 Εἶπε δὲ ὁ ἀρχιερεύς· Εἰ ἄρα ταῦτα οὕτως ἔχει;
|
1 Είπε δε ο αρχιερεύς· “πες μας,
είναι τάχα αληθινά, όσα καταγγέλλουν οι μάρτυρες;”
|
|
2 ὁ δὲ ἔφη· Ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατε. ὁ
Θεὸς τῆς δόξης ὤφθη τῷ πατρὶ ἡμῶν Ἀβραὰμ ὄντι ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ πρὶν ἢ
κατοικῆσαι αὐτὸν ἐν Χαρράν,
|
2 Ο δε Στέφανος είπε· “άνδρες
αδελφοί και πατέρες, ακούσατε. Ο Θεός της δόξης παρουσιάσθηκε στον πρόγονον
μας, τον Αβραάμ, όταν ήτο εις την Μεσοποταμίαν, πριν ακόμη κατοικήση εις την
Χαρράν.
|
|
3 καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ
τῆς συγγενείας σου, καὶ δεῦρο εἰς γῆν ἣν ἄν σοι δείξω.
|
3 Και είπε εις αυτόν· Αναχώρησε από
τον τόπον σου και από τους συγγενείς σου και έλα εις περιοχήν, την οποίαν εγώ
θα σου δείξω.
|
|
4 τότε ἐξελθὼν ἐκ γῆς Χαλδαίων κατῴκησεν ἐν Χαρράν.
κἀκεῖθεν μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ μετῴκισεν αὐτὸν εἰς τὴν γῆν
ταύτην εἰς ἣν ὑμεῖς νῦν κατοικεῖτε·
|
4 Τοτε ο Αβραάμ ανεχώρησε από την
χώραν των Χαλδαίων και εγκατεστάθη εις την Χαρράν. Από εκεί, μετά τον θάνατον
του πατρός του, τον έβαλε ο Θεός να κατοικήση εις την γην αυτήν, εις την
οποίαν και σεις τώρα κατοικείτε.
|
|
5 καὶ οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ κληρονομίαν ἐν αὐτῇ οὐδὲ βῆμα
ποδός, καὶ ἐπηγγείλατο δοῦναι αὐτῷ εἰς κατάσχεσιν αὐτὴν καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ
μετ’ αὐτόν, οὐκ ὄντος αὐτῷ τέκνου.
|
5 Και εν τούτοις δεν του έδωκε εις
την περιοχήν αυτήν ως κληρονομίαν ούτε ενός βήματος τόπον. Και όμως είχε
υποσχεθη ο Θεός να δώση ως ιδιοκτησίαν την χώραν αυτήν, εις αυτόν τον ίδιον
και ύστερα από αυτόν στους απογόνους του, καίτοι όταν υπέσχετο αυτά ο Θεός,
δεν είχεν ο Αβραάμ τέκνον.
|
|
6 ἐλάλησε δὲ οὕτως ὁ Θεὸς, ὅτι ἔσται τὸ σπέρμα αὐτοῦ
πάροικον ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ, καὶ δουλώσουσιν αὐτὸ καὶ κακώσουσιν ἔτη τετρακόσια·
|
6 Ελάλησε δε ο Θεός κατ' αυτόν τον
τρόπον, ότι δηλαδή οι απόγονοί του θα μείνουν ως πάροικοι εις ξένην χώραν.
Και οι άνθρωποι της χώρας εκείνης θα τους κάμουν δούλους των και θα τους
ταλαιπωρήσουν τετρακόσια χρόνια.
|
|
7 καὶ τὸ ἔθνος ᾧ ἐὰν δουλεύσωσι κρινῶ ἐγώ, εἶπεν ὁ
Θεὸς· καὶ μετὰ ταῦτα ἐξελεύσονται καὶ λατρεύσουσί μοι ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ.
|
7 Και είπεν ο Θεός· Το έθνος, στο
οποίον θα εργασθούν ως δούλοι, θα το δικάσω εγώ. Και έπειτα από αυτά θα
φύγουν από εκεί και θα με λατρεύσουν στον τόπον αυτόν.
|
|
8 καὶ ἔδωκεν αὐτῷ διαθήκην περιτομῆς· καὶ οὕτως
ἐγέννησε τὸν Ἰσαὰκ καὶ περιέτεμεν αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ, καὶ Ἰσαὰκ τὸν
Ἰακώβ, καὶ Ἰακὼβ τοὺς δώδεκα πατριάρχας.
|
8 Και έδωκεν ο Θεός στον Αβραάμ
διαθήκην, που την επεκύρωσε με την περιτομήν. Και έτσι, σύμφωνα με την πίστιν
και την διαθήκην αυτήν, εγέννησε ο Αβραάμ τον Ισαάκ και τον περιέταμε την
ογδόην ημέραν. Το ίδιο και ο Ισαάκ τον Ιακώβ και ο Ιακώβ τους δώδεκα
πατριάρχας.
|
|
9 Καὶ οἱ πατριάρχαι ζηλώσαντες τὸν Ἰωσὴφ ἀπέδοντο εἰς
Αἴγυπτον.
|
9 Και οι δώδεκα πατριάρχαι επειδή
εφθόνησαν τον Ιωσήφ τον επώλησαν ως δούλον εις εμπόρους, οι οποίοι και τον
μετέφεραν εις την Αίγυπτον.
|
|
10 καὶ ἦν ὁ Θεὸς μετ’
αὐτοῦ, καὶ ἐξείλετο αὐτὸν ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτοῦ, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ χάριν
καὶ σοφίαν ἐναντίον Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου, καὶ κατέστησεν αὐτὸν ἡγούμενον
ἐπ’ Αἴγυπτον καὶ ὅλον τὸν οἶκον αὐτοῦ.
|
10 Ο Θεός όμως ήτο μαζή του, τον
έβγαλε και τον εγλύτωσε από όλας τας θλίψστου και του έδωκε χάριν και σοφίαν,
όπως αυτή εφάνηκε ενώπιον Φαραώ, του βασιλέως της Αιγύπτου. Και εγκατέστησε
αυτόν ο Φαραώ άρχοντα εις όλην την Αίγυπτον και εις όλον το ανάκτορόν του.
|
|
11 ἦλθε δὲ λιμὸς ἐφ’
ὅλην τὴν γῆν Αἰγύπτου καὶ Χανάαν καὶ θλῖψις μεγάλη, καὶ οὐχ εὕρισκον
χορτάσματα οἱ πατέρες ἡμῶν.
|
11 Ηλθε δε πείνα εις όλην την χώραν
της Αιγύπτου και της Χαναάν και θλίψις μεγάλη, και δεν εύρισκαν τροφάς οι
πρόγονοί μας δια τον εαυτόν τους και τα βοσκήματά τους.
|
|
12 ἀκούσας δὲ Ἰακὼβ
ὄντα σῖτα ἐν Αἰγύπτῳ ἐξαπέστειλε τοὺς πατέρας ἡμῶν πρῶτον·
|
12 Οταν δε ήκουσεν ο Ιακώβ, ότι εις
την Αίγυπτον υπάρχει σιτάρι, έστειλε δια πρώτην φοράν τους προγόνους μας.
|
|
13 καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ
ἀνεγνωρίσθη Ἰωσὴφ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ καὶ φανερὸν ἐγένετο τῷ Φαραὼ τὸ γένος
τοῦ Ἰωσήφ.
|
13 Και κατά το δεύτερον ταξίδιόν των
εφανέρωσε τον εαυτόν του ο Ιωσήφ στους αδελφούς του και έγινε πλέον γνωστή
στον Φαραώ η οικογένεια του Ιωσήφ.
|
|
14 ἀποστείλας δὲ Ἰωσὴφ
μετεκαλέσατο τὸν πατέρα αὐτοῦ Ἰακὼβ καὶ πᾶσαν τὴν συγγένειαν αὐτοῦ ἐν ψυχαῖς
ἑβδομήκοντα πέντε.
|
14 Εστειλε δε ο Ιωσήφ και εκάλεσεν
εις την Αίγυπτον τον πατέρα του τον Ιακώβ και όλην την οικογένειάν του, η
οποία απετελείτο από εβδομήκοντα πέντε ψυχάς.
|
|
15 κατέβη δὲ Ἰακὼβ εἰς
Αἴγυπτον καὶ ἐτελεύτησεν αὐτὸς καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν,
|
15 Κατέβηκε πράγματι ο Ιακώβ εις την
Αίγυπτον και εκεί απέθανε αυτός και οι δώδεκα πρόγονοί μας.
|
|
16 καὶ μετετέθησαν εἰς
Συχὲμ καὶ ἐτέθησαν ἐν τῷ μνήματι ᾧ ὠνήσατο Ἀβραὰμ τιμῆς ἀργυρίου παρὰ τῶν
υἱῶν Ἐμμὸρ τοῦ Συχέμ.
|
16 Και μετεφέρθησαν τα οστά των εις
την Συχέμ και ετέθησαν στο μνήμα, το οποίον είχε αγοράσει ο Αβραάμ με αργυρά
νομίσματα από τους υιούς του Εμμόρ, που κατοικούσε εις την Συχέμ.
|
|
17 Καθὼς δὲ ἤγγιζεν ὁ
χρόνος τῆς ἐπαγγελίας ἣν ὤμοσεν ὁ Θεὸς τῷ Ἀβραάμ, ηὔξησεν ὁ λαὸς καὶ
ἐπληθύνθη ἐν Αἰγύπτῳ,
|
17 Καθώς δε επλησίαζε ο χρόνος δια
την εκπλήρωσιν της υποσχέσεως, την οποίαν με όρκον είχε δώσει ο Θεός στον
Αβραάμ, αυξήθηκε ο λαός και έγινε πλήθος πολύ ο αριθμός του εις την Αίγυπτον.
|
|
18 ἄχρις οὗ ἀνέστη
βασιλεὺς ἕτερος, ὃς οὐκ ᾔδει τὸν Ἰωσήφ.
|
18 Μεχρις ότου παρουσιάσθηκε άλλος
βασιλεύς, ο οποίος δεν εγνώριζε τον Ιωσήφ και τας υπηρεσίας τας οποίας είχε
προσφέρει αυτός εις την Αίγυπτον.
|
|
19 οὗτος
κατασοφισάμενος τὸ γένος ἡμῶν ἐκάκωσε τοὺς πατέρας ἡμῶν τοῦ ποιεῖν ἔκθετα τὰ
βρέφη αὐτῶν, εἰς τὸ μὴ ζῳογονεῖσθαι·
|
19 Αυτός εσκέφθηκε πονηρά και δόλια
εναντίον του γένους ημών, εταλαιπώρησε τους πατέρας ημών και τους εξηνάγκασε
να αφίνουν έκθετα τα βρέφη των, ώστε να μη διατηρούνται αυτά εις την ζωήν.
|
|
20 ἐν ᾧ καιρῷ ἐγεννήθη
Μωϋσῆς, καὶ ἦν ἀστεῖος τῷ Θεῷ· ὃς ἀνετράφη μῆνας τρεῖς ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρὸς
αὐτοῦ.
|
20 Κατά τον καιρόν δε εκείνον
εγεννήθηκε ο Μωϋσής, ο οποίος ήτο ωραίος και αγαπητός στον Θεόν. Αυτός
ανατράφηκε κρυφά τρεις μήνες στο σπίτι του πατρός του.
|
|
21 ἐκτεθέντα δὲ αὐτὸν
ἀνείλετο αὐτὸν ἡ θυγάτηρ Φαραὼ καὶ ἀνεθρέψατο αὐτὸν ἑαυτῇ εἰς υἱόν.
|
21 Οταν δε τον έρριψαν έκθετον εις
τα νερά του ποταμού, τον ανέσυρε από εκεί και τον επήρε η κόρη του Φαραώ και
τον ανέθρεψε, δια να τον έχη ως θετόν υιόν της.
|
|
22 καὶ ἐπαιδεύθη
Μωϋσῆς πάσῃ σοφίᾳ Αἰγυπτίων, ἦν δὲ δυνατὸς ἐν λόγοις καὶ ἐν ἔργοις.
|
22 Και εμορφώθηκε ο Μωϋσής με όλην
την σοφίαν των Αιγυπτίων. Ητο δε δυνατός και συνετός και στους λόγους και εις
τα καλά έργα, που έκανε.
|
|
23 Ὡς δὲ ἐπληροῦτο
αὐτῷ τεσσαρακονταετὴς χρόνος, ἀνέβη εἰς τὴν καρδίαν αὐτοῦ ἐπισκέψασθαι τοὺς
ἀδελφοὺς αὐτοῦ τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ.
|
23 Καθώς δε αυτός συνεπλήρωσε τα
σαράντα χρόνια της ηλικίας του, ήρθε εις την καρδίαν του η επιθυμία, να
επισκεφθή τους αδελφούς του, τους απογόνους του Ισραήλ.
|
|
24 καὶ ἰδών τινα
ἀδικούμενον ἠμύνατο, καὶ ἐποιήσατο ἐκδίκησιν τῷ καταπονουμένῳ πατάξας τὸν
Αἰγύπτιον.
|
24 Και όταν είδε κάποιον Ισραηλίτην
να αδικήται, τον υπερησπίσθη και εξεδικήθη τον αδικούμενον και βασανιζόμενον
αυτόν αδελφόν του, φονεύσας τον Αιγύπτιον.
|
|
25 ἐνόμιζε δὲ συνιέναι
τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ὅτι ὁ Θεὸς διὰ χειρὸς αὐτοῦ δίδωσιν αὐτοῖς σωτηρίαν· οἱ
δὲ οὐ συνῆκαν.
|
25 Ενόμιζε δε ότι θα εκαταλάβαιναν
οι αδελφοί του, πως ο Θεός με το χέρι το ιδικόν του δίδει εις αυτούς
σωτηρίαν. Εκείνοι όμως δεν το εκατάλαβαν.
|
|
26 τῇ τε ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ
ὤφθη αὐτοῖς μαχομένοις, καὶ συνήλασεν αὐτοὺς εἰς εἰρήνην εἰπών· ἄνδρες,
ἀδελφοί ἐστε ὑμεῖς· ἵνα τί ἀδικεῖτε ἀλλήλους;
|
26 Και την άλλην ημέραν, ενώ δύο από
αυτούς εφιλονεικούσαν και είχαν έλθει εις τα χέρια, παρουσιάσθηκε άξαφνα ο
Μωϋσής και τους παρεκίνησε να ειρηνεύσουν ειπών· “Ανθρωποι, σεις είσθε
αδελφοί μεταξύ σας. Διατί αδικείτε ο ένας τον άλλον;
|
|
27 ὁ δὲ ἀδικῶν τὸν
πλησίον ἀπώσατο αὐτὸν εἰπών· τίς σε κατέστησεν ἄρχοντα καὶ δικαστὴν ἐφ’ ἡμῶν;
|
27 Αλλά εκείνος, που αδικούσε τον
πλησίον του, έσπρωξε τον Μωϋσέα και του είπε· Ποιός σε έβαλε άρχοντα και
δικαστήν εις ημάς;
|
|
28 μὴ ἀνελεῖν με σὺ
θέλεις ὃν τρόπον ἀνεῖλες ἐχθὲς τὸν Αἰγύπτιον;
|
28 Μηπως συ θέλεις να με φονεύσης,
όπως εφόνευσες χθες τον Αιγύπτιον;
|
|
29 ἔφυγε δὲ Μωϋσῆς ἐν
τῷ λόγῳ τούτῳ, καὶ ἐγένετο πάροικος ἐν γῇ Μαδιάμ, οὗ ἐγέννησεν υἱοὺς δύο.
|
29 Ενεκα δε του λόγου αυτού, που
εφανέρωνεν ότι ο χθεσινός φόνος έγινε πλέον γνωστός, έφυγε ο Μωϋσής από την
Αίγυπτον και ήλθε και έμεινε ως ξένος εις την γην Μαδιάμ, όπου και επέκτησε
δύο υιούς.
|
|
30 Καὶ πληρωθέντων
ἐτῶν τεσσαράκοντα ὤφθη αὐτῷ ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ ὄρους Σινᾶ ἄγγελος Κυρίου ἐν
φλογὶ πυρὸς βάτου.
|
30 Οταν δε συνεπληρώθησαν σαράντα
χρόνια από την ημέραν της φυγής του, παρουσιάσθηκε προς αυτόν εις την έρημον
του όρους Σινά ο Υιός του Θεού, ο άγγελος της μεγάλης βουλής του Κυρίου, μέσα
εις φλόγα πυρός, που έβγαινε από ένα βάτο.
|
|
31 ὁ δὲ Μωϋσῆς ἰδὼν
ἐθαύμαζε τὸ ὅραμα· προσερχομένου δὲ αὐτοῦ κατανοῆσαι ἐγένετο φωνὴ Κυρίου πρὸς
αὐτόν·
|
31 Ο δε Μωϋσής, όταν είδε αυτό το
περίργον γεγονός, εθαύμαζε το θέαμα· καθώς δε επροχωρούσε δια να το αντιληφθή
καλύτερα, ήλθε φωνή Κυρίου προς αυτόν, η οποία του έλεγε·
|
|
32 ἐγὼ ὁ Θεὸς τῶν
πατέρων σου, ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ. ἔντρομος δὲ
γενόμενος Μωϋσῆς οὐκ ἐτόλμα κατανοῆσαι.
|
32 Εγώ είμαι ο Θεός των πατέρων σου,
ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ. Επειδή δε
εκυριεύθηκε από τρόμον ο Μωϋσής, δεν ετολμούσε να ερευνήση περισσότερον το
όραμα.
|
|
33 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ
Κύριος· λῦσον τὸ ὑπόδημα τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος ἐν ᾧ ἕστηκας γῆ ἁγία
ἐστίν.
|
33 Είπε δε εις αυτόν ο Κυριος· Λύσε
και βγάλε το υπόδημα των ποδών σου, διότι ο τόπος, επάνω στον οποίον
στέκεσαι, είναι γη αγία.
|
|
34 ἰδὼν εἶδον τὴν
κάκωσιν τοῦ λαοῦ μου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ τοῦ στεναγμοῦ αὐτῶν ἤκουσα, καὶ
κατέβην ἐξελέσθαι αὐτούς· καὶ νῦν δεῦρο ἀποστελῶ σε εἰς Αἴγυπτον.
|
34 Εγώ είδα πολύ καλά την
ταλαιπωρίαν και καταπίεσιν του λαού μου εις την Αίγυπτον και ήκουσα τους
στεναγμούς των και κατέβηκα να τους ελευθερώσω. Και τώρα εμπρός, θα σε στείλω
εις την Αίγυπτον.
|
|
35 Τοῦτον τὸν Μωϋσῆν
ὃν ἠρνήσαντο εἰπόντες· τίς σε κατέστησεν ἄρχοντα καὶ δικαστήν; τοῦτον ὁ Θεὸς
ἄρχοντα καὶ λυτρωτὴν ἀπέστειλεν ἐν χειρὶ ἀγγέλου τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ ἐν τῇ
βάτῳ.
|
35 Αυτόν, λοιπόν, τον Μωϋσήν, τον
οποίον εκείνοι είχον αρνηθή και του είπαν· Ποιός σε έβαλε άρχοντα και
δικαστήν; Αυτόν ο Θεός άρχοντα και ελευθερωτήν έστειλεν με το χέρι και την
δύναμιν του αγγέλου της μεγάλης βουλής του Κυρίου, που είχε παρουσιασθή προς
αυτόν εις την βάτον.
|
|
36 οὗτος ἐξήγαγεν
αὐτοὺς ποιήσας τέρατα καὶ σημεῖα ἐν γῇ Αἰγύπτῳ καὶ ἐν Ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ καὶ ἐν
τῇ ἐρήμῳ ἔτη τεσσαράκοντα.
|
36 Αυτός, λοιπόν, ο Μωϋσής τους
ωδήγησε έξω από την χώραν της δουλείας, αφού έκαμε μεγάλα θαύματα εις την
Αίγυπτον και την Ερυθράν θάλασσαν και εις την έρημον επί σαράντα έτη, και τα
οποία θαύματα εμαρτυρούσαν την δύναμιν του Θεού.
|
|
37 οὗτός ἐστιν ὁ
Μωϋσῆς ὁ εἰπὼν τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν
ἐκ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν ὡς ἐμέ· αὐτοῦ ἀκούσεσθε.
|
37 Αυτός είναι ο Μωϋσής, που είπε
στους Ισραηλίτας· Προφήτην εις σας θα αναδείξη Κυριος ο Θεός σας από τους
αδελφούς σας, ωσάν εμέ, νομοθέτην και ελευθερωτήν. Εις αυτόν θα υπακούετε.
|
|
38 οὗτός ἐστιν ὁ
γενόμενος ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἐν τῇ ἐρήμῳ μετὰ τοῦ ἀγγέλου τοῦ λαλοῦντος αὐτῷ ἐν
τῷ ὄρει Σινᾶ καὶ τῶν πατέρων ἡμῶν, ὃς ἐδέξατο λόγια ζῶντα δοῦναι ἡμῖν,
|
38 Αυτός ο Μωϋσής είναι που ήλθε εις
την συγκέντρωσιν του λαού εις την έρημον μετά του αγγέλου ο οποίος του
ωμιλούσε στο όρος Σινά, και των πατέρων μας· αυτός έλαβε τα λόγια του Θεού,
που δίδουν ζωήν, δια να τα παραδώση εις ημάς.
|
|
39 ᾧ οὐκ ἠθέλησαν
ὑπήκοοι γενέσθαι οἱ πατέρες ἡμῶν, ἀλλὰ ἀπώσαντο καὶ ἐστράφησαν τῇ καρδίᾳ
αὐτῶν εἰς Αἴγυπτον
|
39 Εις αυτόν δεν ηθέλησαν να
υπακούσουν οι πατέρες μας αλλά τον απώθησαν και κατά την καρδίαν και την
διάθεσίν των εγύρισαν πίσω εις την Αίγυπτον,
|
|
40 εἰπόντες τῷ Ἀαρών·
ποίησον ἡμῖν θεοὺς οἳ προπορεύσονται ἡμῶν· ὁ γὰρ Μωϋσῆς οὗτος, ὃς ἐξήγαγεν
ἡμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, οὐκ οἴδαμεν τί γέγονεν αὐτῷ.
|
40 αφού είπαν στον Ααρών·
Κατασκεύασέ μας θεούς, οι οποίοι θα προπορεύωνται εμπρός μας, διότι αυτός ο
Μωϋσής, που μας έβγαλε από την χώραν της Αιγύπτου, εχάθηκε και δεν
γνωρίζομεν, τι του συνέβη.
|
|
41 καὶ ἐμοσχοποίησαν
ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις καὶ ἀνήγαγον θυσίαν τῷ εἰδώλῳ, καὶ εὐφραίνοντο ἐν
τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτῶν.
|
41 Και κατεσκεύασαν ένα είδωλον
μοσχαριού κατά τας ημέρας εκείνας και προσέφεραν θυσίας στο είδωλον και
ευφραίνοντο και εγλεντούσαν δια τα έργα των χειρών των. (Και έδειξαν έτσι
φοβεράν απιστίαν και αχαριστίαν προς τον αληθινόν Θεόν, ο οποίος με τόσα
θαύματα τους έχει λυτρώσει από την δουλείαν των Αιγυπτίων).
|
|
42 ἔστρεψε δὲ ὁ Θεὸς
καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς λατρεύειν τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ, καθὼς γέγραπται ἐν
βίβλῳ τῶν προφητῶν· μὴ σφάγια καὶ θυσίας προσηνέγκατέ μοι ἔτη τεσσαράκοντα ἐν
τῇ ἐρήμῳ, οἶκος Ἰσραήλ;
|
42 Ενεκα δε τούτων έφυγε από αυτούς
ο Θεός και τους αφήκε να λατρεύουν τα αστέρια του ουρανού, όπως έχει γραφή
στο βιβλίον των προφητών· Μηπως και μου προσφέρατε σεις, απόγονοι του Ισραήλ,
με πίστιν και ευλάβειαν σφάγια και θυσίας επί σαράντα έτη εις την έρημον; Οχι
βέβαια.
|
|
43 καὶ ἀνελάβετε τὴν
σκηνὴν τοῦ Μολὸχ καὶ τὸ ἄστρον τοῦ θεοῦ ὑμῶν Ρεμφάν, τοὺς τύπους οὓς
ἐποιήσατε προσκυνεῖν αὐτοῖς· καὶ μετοικιῶ ὑμᾶς ἐπέκεινα Βαβυλῶνος.
|
43 Αλλά εσηκώσατε στους ώμους σας
την ειδωλολατρικήν σκηνήν του Μολόχ και το αστέρι του θεού σας Ρεμφάν, δηλαδή
του Κρόνου, είδωλα που εκάματε δια να τα προσκυνήτε. Και δια τούτο προς
τιμωρίαν σας, θα σας διώξω και θα σας βάλω να κατοικήσετε μακρύτερα από την
Βαβυλώνα.
|
|
44 Ἡ σκηνὴ τοῦ
μαρτυρίου ἦν τοῖς πατράσιν ἡμῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ, καθὼς διετάξατο ὁ λαλῶν τῷ Μωϋσῇ
ποιῆσαι αὐτὴν κατὰ τὸν τύπον ὃν ἑωράκει·
|
44 Η ιερά όμως σκηνή του μαρτυρίου
υπήρχε εις την έρημον δια τους πατέρας μας, όπως είχε διατάξει αυτός που
ωμιλούσε προς τον Μωϋσέα, να κατασκευάση αυτήν σύμφωνα με τον τύπον, τον
οποίον είχε ίδει στο όρος.
|
|
45 ἣν καὶ εἰσήγαγον
διαδεξάμενοι οἱ πατέρες ἡμῶν μετὰ Ἰησοῦ ἐν τῇ κατασχέσει τῶν ἐθνῶν ὧν ἔξωσεν
ὁ Θεὸς ἀπὸ προσώπου τῶν πατέρων ἡμῶν, ἕως τῶν ἡμερῶν Δαυῒδ·
|
45 Αυτήν, λοιπόν, την σκηνήν οι
πατέρες μας, που διεδέχθησαν τον Μωϋσέα, την έφεραν μαζή με τον Ιησούν του
Ναυή εις την κυριευθείσαν χώραν των εθνικών, τους οποίους έδιωξε ο Θεός
εμπρός από τους πατέρας μας, και αυτή η σκηνή έμεινε έως εις τας ημέρας του
Δαυΐδ.
|
|
46 ὃς εὗρε χάριν
ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ᾐτήσατο εὑρεῖν σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ.
|
46 Αυτός ευρήκε χάριν ενώπιον του
Θεού και εζήτησε να εύρη κατάλληλον περιοχήν, δια να ανεγείρη κατοικίαν στον
Θεόν του Ιακώβ.
|
|
47 Σολομὼν δὲ
ᾠκοδόμησεν αὐτῷ οἶκον.
|
47 Αλλά ο Σολομών έκτισε ναόν στον
Θεόν.
|
|
48 ἀλλ’ οὐχ ὁ ὕψιστος
ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, καθὼς ὁ προφήτης λέγει·
|
48 Ομως ο Υψιστος δεν κατοικεί εις
χειροποιήτους ναούς, όπως άλλωστε και ο προφήτης λέγει·
|
|
49 ὁ οὐρανός μοι
θρόνος, ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν μου· ποῖον οἶκον οἰκοδομήσετέ μοι, λέγει
Κύριος, ἢ τίς τόπος τῆς καταπαύσεώς μου;
|
49 Ο ουρανός είναι δι' εμέ θρόνος
και η γη υποπόδιον των ποδών μου. Ποίον οίκον ημπορείτε να μου οικοδομήσετε,
λέγει ο Κυριος, η ποίος θα είναι ο τόπος της μονίμου παραμονής και αναπαύσεώς
μου;
|
|
50 οὐχὶ ἡ χείρ μου
ἐποίησε ταῦτα πάντα;
|
50 Ολα αυτά, που ημπορείτε σεις οι
άνθρωποι να μου τα προσφέρετε, δεν τα έχει κάμει το παντοδύναμον χέρι μου;
|
|
51 Σκληροτράχηλοι καὶ
ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεὶ τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ
ἀντιπίπτετε, ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ ὑμεῖς.
|
51 Σκληροτράχηλοι, που δεν θέλετε να
σκύψετε το κεφάλι σας ενώπιον του Θεού και που έχετε περικόψει από την
καρδίαν σας τας κακίας, έχετε βαρειά τ' αυτιά σας, ώστε να μη ακούετε το
θέλημα του Θεού· σεις πάντοτε αντιπράττετε και ανθίστασθε στο Πνεύμα το
Αγιον, όπως και οι πατέρες σας.
|
|
52 τίνα τῶν προφητῶν
οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν; καὶ ἀπέκτειναν τοὺς προκαταγγείλαντας περὶ τῆς
ἐλεύσεως τοῦ δικαίου, οὗ νῦν ὑμεῖς προδόται καὶ φονεῖς γεγένησθε.
|
52 Ποίον από τους προφήτας δεν
κατεδίωξαν οι πατέρες σας; Αυτοί και εφόνευσαν εκείνους, που προανήγγειλαν,
δια την έλευσιν του δικαίου, του οποίου τώρα σεις έχετε γίνει προδόται και
φονείς.
|
|
53 οἵτινες ἐλάβετε τὸν
νόμον εἰς διαταγὰς ἀγγέλων καὶ οὐκ ἐφυλάξατε.
|
53 Σεις οι οποίοι ελάβατε τον νόμον
με εντολάς, που ο Θεός σας έδωσε δια μέσου των αγγέλων, και δεν τον
εφυλάξατε”.
|
|
54 Ἀκούοντες δὲ ταῦτα
διεπρίοντο ταῖς καρδίαις αὐτῶν καὶ ἔβρυχον τοὺς ὀδόντας ἐπ’ αὐτόν.
|
54 Ενώ δε ήκουαν αυτά ησθάνοντο τας
καρδίας των να σχίζωνται από άγριον θυμόν και έτριζαν τα δόντια των εναντίων
του Στεφάνου.
|
|
55 ὑπάρχων δὲ πλήρης
Πνεύματος ἁγίου, ἀτενίσας εἰς τὸν οὐρανὸν εἶδε δόξαν Θεοῦ καὶ Ἰησοῦν ἑστῶτα
ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ,
|
55 Αυτός δε, γεμάτος Πνεύμα Αγιον,
έστρεψε και προσήλωσε το βλέμμα του στον ουρανόν, είδε την δόξαν και
λαμπρότητα του ουρανού και τον Ιησούν να στέκεται εις τα δεξιά του Θεού
|
|
56 καὶ εἶπεν· Ἰδοὺ
θεωρῶ τοὺς οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ
ἑστῶτα.
|
56 και είπε· “ιδού, βλέπω
ανοιγμένους τους ουρανούς και τον υιόν του ανθρώπου να στέκεται εκ δεξιών του
Θεού”.
|
|
57 κράξαντες δὲ φωνῇ
μεγάλῃ συνέσχον τὰ ὦτα αὐτῶν καὶ ὥρμησαν ὁμοθυμαδὸν ἐπ’ αὐτόν,
|
57 Οι σύνεδροι και οι άλλοι
Ιουδαίοι, αφού εκραύγασαν με μεγάλην φωνήν, εβούλλωσαν τ' αυτιά των, δια να
μη ακούουν τα βλάσφημα τάχα αυτά λόγια του Στεφάνου και ώρμησαν με μια γνώμη
όλοι μαζή εναντίον του.
|
|
58 καὶ ἐκβαλόντες ἔξω
τῆς πόλεως ἐλιθοβόλουν. καὶ οἱ μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ἱμάτια αὐτῶν παρὰ τοὺς
πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου,
|
58 Και αφού τον έβγαλαν έξω από την
πόλιν, τον λιθοβολούσαν. Και μάρτυρες της κατηγορίας, οι οποίοι, σύμφωνα με
τον νόμον, πρώτοι έπρεπε να ρίψουν λίθον εναντίον του καταδίκου, έβγαλαν και
αφήκαν προς φύλαξιν τα ρούχα των κοντά εις τα πόδια ενός νέου, που ελέγετο
Σαύλος,
|
|
59 καὶ ἐλιθοβόλουν τὸν
Στέφανον, ἐπικαλούμενον καὶ λέγοντα· Κύριε Ἰησοῦ, δέξαι τὸ πνεῦμά μου.
|
59 και ελιθοβολούσαν τον Στέφανον,
καθ' ον χρόνον εκείνος επεκαλείτο τον Κυριον και έλεγε· “Κυριε Ιησού, δέξου
το πνεύμα μου”.
|
|
60 θεὶς δὲ τὰ γόνατα
ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ· Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. καὶ τοῦτο
εἰπὼν ἐκοιμήθη. Σαῦλος δὲ ἦν συνευδοκῶν τῇ ἀναιρέσει αὐτοῦ.
|
60 Αφού δε εγονάτισε, εφώναξε με
μεγάλην φωνήν· “Κυριε, μη καταλογίσης εις αυτούς αυτήν την αμαρτίαν”. Και
αφού είπε την προσευχήν αυτήν της συγγνώμης, εκοιμήθηκε εν Κυρίω. Ο δε Σαύλος
επεδοκίμαζε την θανατικήν εκτέλεσιν του Στεφάνου.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου