ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 (Θ)
|
1 Ὁ δὲ Σαῦλος ἔτι ἐμπνέων ἀπειλῆς καὶ φόνου εἰς τοὺς
μαθητὰς τοῦ Κυρίου, προσελθὼν τῷ ἀρχιερεῖ
|
1 Ο Σαύλος όμως, κυριευμένος από
μίσος και μανίαν, εξακολουθούσε να αποπνέη και να εκδηλώνη αισθήματα απειλής
και φόνου εναντίον των μαθητών του Κυρίου. Προσήλθε στον αρχιερέα
|
|
2 ᾐτήσατο παρ’ αὐτοῦ ἐπιστολὰς εἰς Δαμασκὸν πρὸς τὰς
συναγωγάς, ὅπως ἐάν τινας εὕρῃ τῆς ὁδοῦ ὄντας, ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας,
δεδεμένους ἀγάγῃ εἰς Ἱερουσαλήμ.
|
2 και εζήτησε από αυτόν συστατικάς
επιστολάς προς τας συναγωγάς της Δαμασκού, όπως, εάν εύρη μερικούς άνδρας και
γυναίκας να ανήκουν στον δρόμον του Ιησού, δεμένους τους οδηγήση εις την
Ιερουσαλήμ.
|
|
3 ἐν δὲ τῷ πορεύεσθαι ἐγένετο αὐτὸν ἐγγίζειν τῇ
Δαμασκῷ, καὶ ἐξαίφνης περιήστραψεν αὐτὸν φῶς ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ,
|
3 Ενώ δε επροχωρούσε και επλησίαζε
πλέον εις την Δαμασκόν, αίφνης άστραψε ολόγυρά του από τον ουρανόν λαμπρόν
φως.
|
|
4 καὶ πεσὼν ἐπὶ τὴν γῆν ἤκουσε φωνὴν λέγουσαν αὐτῷ·
Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις;
|
4 Και καθώς από την απαστράπτουσαν
λάμψιν έπεσε κάτω εις την γης, ήκουσε μίαν φωνήν, η οποία του έλεγε· “Σαούλ,
Σαούλ, διατί με καταδιώκεις;”
|
|
5 εἶπε δέ· Τίς εἶ, κύριε; ὁ δέ Κύριος εἶπεν· Ἐγώ εἰμι
Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις·
|
5 Είπε δε ο Σαύλος· “ποιός είσαι,
κύριε;” Ο δε Κυριος απήντησε· “εγώ είμαι ο Ιησούς, τον οποίον συ καταδιώξεις,
αφού καταδιώκστους οπαδούς μου.
|
|
6 ἀλλὰ ἀνάστηθι καὶ εἴσελθε εἰς τὴν πόλιν, καὶ
λαληθήσεταί σοι τί σε δεῖ ποιεῖν.
|
6 Αλλά σήκω επάνω και πήγαινε εις
την πόλιν και εκεί θα σου ανακοινωθή, τι πρέπει να κάμης”.
|
|
7 οἱ δὲ ἄνδρες οἱ συνοδεύοντες αὐτῷ εἱστήκεισαν
ἐνεοί, ἀκούοντες μὲν τῆς φωνῆς, μηδένα δὲ θεωροῦντες.
|
7 Οι άνδρες όμως, που τον
συνώδευαν, έμειναν άφωνοι, με ανοικτό το στόμα, διότι ήκουαν μεν την φωνήν,
αλλά δεν έβλεπαν κανένα.
|
|
8 ἠγέρθη δὲ ὁ Σαῦλος ἀπὸ τῆς γῆς, ἀνεῳγμένων τε τῶν
ὀφθαλμῶν αὐτοῦ οὐδένα ἔβλεπε· χειραγωγοῦντες δὲ αὐτὸν εἰσήγαγον εἰς Δαμασκόν.
|
8 Εσηκώθηκε ο Σαύλος από την γην,
και ενώ ήσαν ανοικτά τα μάτια του, δεν έβλεπε κανένα. Οι στρατιώται
οδηγούντες αυτό από το χέρι, τον έφεραν μέσα εις την Δαμασκόν.
|
|
9 καὶ ἦν ἡμέρας τρεῖς μὴ βλέπων, καὶ οὐκ ἔφαγεν οὐδὲ
ἔπιεν.
|
9 Και έμεινε τρεις ημέρας τυφλός,
χωρίς να βλέπη· και ούτε έφαγε ούτε έπιε.
|
|
10 Ἦν δέ τις μαθητὴς
ἐν Δαμασκῷ ὀνόματι Ἁνανίας, καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος ἐν ὁράματι· Ἁνανία.
ὁ δὲ εἶπεν· Ἰδοὺ ἐγώ, Κύριε.
|
10 Υπήρχε δε εις την Δαμασκόν ένας
μαθητής, ονόματι Ανανίας, και με όραμα είπε προς αυτόν ο Κυριος· “Ανανία”.
Εκείνος δε είπε· “ιδού, εδώ είμαι, Κυριε”.
|
|
11 ὁ δὲ Κύριος πρὸς
αὐτόν· Ἀναστὰς πορεύθητι ἐπὶ τὴν ῥύμην τὴν καλουμένην εὐθεῖαν καὶ ζήτησον ἐν
οἰκίᾳ Ἰούδα Σαῦλον ὀνόματι Ταρσέα· ἰδοὺ γὰρ προσεύχεται,
|
11 Ο δε Κυριος είπε τότε προς αυτόν·
“σήκω και πήγαινε εις την οδόν, που λέγεται ευθεία, και ζήτησε στο σπίτι του
Ιούδα κάποιον, που ονομάζεται Σαύλος και κατάγεται από την Ταρσόν. Διότι,
ιδού, κατά την ώραν αυτήν προσεύχεται και ζητεί την βοήθειάν μου.
|
|
12 καὶ εἶδεν ἐν
ὁράματι ἄνδρα ὀνόματι Ἁνανίαν εἰσελθόντα καὶ ἐπιθέντα αὐτῷ χεῖρα, ὅπως
ἀναβλέψῃ.
|
12 Είδε και αυτός εις όραμα ένα
άνθρωπον, ονόματι Ανανίαν, ο οποίος εισήλθε στο σπίτι και έθεσε επάνω εις
αυτόν το χέρι, δια να τον θεραπεύση από την τύφλωσιν και ξαναϊδή έτσι το
φως”.
|
|
13 ἀπεκρίθη δὲ
Ἁνανίας· Κύριε, ἀκήκοα ἀπὸ πολλῶν περὶ τοῦ ἀνδρὸς τούτου, ὅσα κακὰ ἐποίησε
τοῖς ἁγίοις σου ἐν Ἱερουσαλήμ·
|
13 Απήντησε δε ο Ανανίας· “Κυριε,
έχω ακούσει από πολλούς δια τον άνθρωπον αυτόν, δια τα τόσα και τόσα κακά,
που έκαμε στους αγίους οπαδούς σου, οι οποίοι μενουν εις την Ιερουσαλήμ
|
|
14 καὶ ὧδε ἔχει ἐξουσίαν
παρὰ τῶν ἀρχιερέων δῆσαι πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομά σου.
|
14 Και εδώ εις την Δαμασκόν έχει
εξουσίαν από τους αρχιερείς να δέση όλους, όσοι επικαλούνται το όνομά σου”.
|
|
15 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν
ὁ Κύριος· Πορεύου, ὅτι σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὗτος τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά
μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων υἱῶν τε Ἰσραήλ·
|
15 Είπε δε προς αυτόν ο Κυριος·
“πήγαινε και μη φοβείσαι. Διότι αυτός είναι όργανον της ιδικής μου εκλογής,
δια να βαστάση και κηρύξη το όνομά μου εμπρός εις εθνικούς και εις βασιλείς
και στους απογόνους του Ισραήλ.
|
|
16 ἐγὼ γὰρ ὑποδείξω
αὐτῷ ὅσα δεῖ αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματός μου παθεῖν.
|
16 Διότι εγώ ο ίδιος θα του δείξω από
τώρα, όσα πρέπει να πάθη δια το όνομά μου”
|
|
17 Ἀπῆλθε δὲ Ἁνανίας
καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ ἐπιθεὶς ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας εἶπε· Σαοὺλ
ἀδελφέ, ὁ Κύριος ἀπέσταλκέ με, Ἰησοῦς ὁ ὀφθείς σοι ἐν τῇ ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως
ἀναβλέψῃς καὶ πλησθῇς Πνεύματος ἁγίου.
|
17 Επήγε πράγματι ο Ανανίας· εισήλθε
εις την οικίαν και αφού έθεσε επάνω εις αυτόν τα χέρια του, είπε· “Σαούλ,
αδελφέ, ο Κυριος Ιησούς, ο οποίος σου παρουσιάσθηκε στον δρόμον, που ήρχεσο·
με έστειλε, να αποκτήσης και πάλιν το φως και να γεμίσης από Αγιον Πνεύμα”.
|
|
18 καὶ εὐθέως ἀπέπεσον
ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ ὡσεὶ λεπίδες, ἀνέβλεψέ τε, καὶ ἀναστὰς ἐβαπτίσθη, καὶ
λαβὼν τροφὴν ἐνίσχυσεν.
|
18 Και αμέσως έπεσαν από τα μάτια
του κάτι σαν λέπια, απέκτησε το φως του, εσηκώθηκε και εβαπτίσθηκε αμέσως. Και
κατόπιν έφαγε τροφήν και απέκτησεν πάλιν τας δυνάμστου, τας σωματικάς και τας
πνευματικάς.
|
|
19 Ἐγένετο δὲ ὁ Σαῦλος
μετὰ τῶν ὄντων ἐν Δαμασκῷ μαθητῶν ἡμέρας τινάς,
|
19 Εμεινε δε ο Σαύλος ολίγας ημέρας
μαζή με τους μαθητάς, που ήσαν εις την Δαμασκόν.
|
|
20 καὶ εὐθέως ἐν ταῖς
συναγωγαῖς ἐκήρυσσε τὸν Ἰησοῦν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
|
20 Και αμέσως εκήρυττε εις τας
συναγωγάς τον Ιησούν, λέγων ότι αυτός είναι πράγματι ο μονογενής Υιός του
Θεού.
|
|
21 ἐξίσταντο δὲ πάντες
οἱ ἀκούοντες καὶ ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ πορθήσας ἐν Ἱερουσαλὴμ τοὺς
ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομα τοῦτο, καὶ ὧδε εἰς τοῦτο ἐλήλυθεν, ἵνα δεδεμένους
αὐτοὺς ἀγάγῃ ἐπὶ τοὺς ἀρχιερεῖς;
|
21 Ολοι δε όσοι τον ήκουσαν
εκυριεύθησαν από έκπληξιν και απορίαν και έλεγαν· “δεν είναι αυτός, που
κατεδίωξε με μίσος μέχρις αφανισμού εις την Ιερουσαλήμ εκείνους, που
επεκαλούντο με πίστιν το όνομα τούτο και ο οποίος έχει έλθει εδώ, με αυτός
ακριβώς τον σκοπόν, να συλλάβη αυτούς και δεμένους να τους οδηγήση στους
αρχιερείς;”
|
|
22 Σαῦλος δὲ μᾶλλον ἐνεδυναμοῦτο
καὶ συνέχυνε τοὺς Ἰουδαίους τοὺς κατοικοῦντας ἐν Δαμασκῷ, συμβιβάζων ὅτι
οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός.
|
22 Ο Παύλος όμως ενισχύετο ακόμη
περισσότερον με την χάριν του Θεού και με το φωτισμένον κήρυγμά του έφερε
σύγχυσιν στους Ιουδαίους, που κατοικούσαν εις την Δαμασκόν, αποδεικνύων, με
την πραγματοποίησιν των προφητειών, ότι αυτός είναι ο Χριστός.
|
|
23 ὡς δὲ ἐπληροῦντο
ἡμέραι ἱκαναί, συνεβουλεύσαντο οἱ Ἰουδαῖοι ἀνελεῖν αὐτόν·
|
23 Οταν δε επέρασαν αρκετές ημέρες,
συνεσκέφθησαν και απεφάσισαν οι Ιουδαίοι να τον φονεύσουν.
|
|
24 ἐγνώσθη δὲ τῷ Σαύλῳ
ἡ ἐπιβουλὴ αὐτῶν, παρετήρουν τε τὰς πύλας ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς ὅπως αὐτὸν
ἀνέλωσι·
|
24 Εγινε όμως γνωστή στον Σαύλον η
επιβουλή των. Και οι Ιουδαίοι παρατηρούσαν ημέραν και νύκτα τας πύλας της πόλεως,
δια να τον φονεύσουν.
|
|
25 λαβόντες δὲ αὐτὸν
οἱ μαθηταὶ νυκτὸς καθῆκαν διὰ τοῦ τείχους χαλάσαντες ἐν σπυρίδι.
|
25 Οι μαθηταί όμως επήραν τον Σαύλον
και εις καιρόν νυκτός τον κατέβασαν μέσα εις ένα κοφίνι από κάποιο παράθυρο
του τείχους.
|
|
26 Παραγενόμενος δὲ ὁ
Σαῦλος εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐπειρᾶτο κολλᾶσθαι τοῖς μαθηταῖς· καὶ πάντες ἐφοβοῦντο
αὐτόν, μὴ πιστεύοντες ὅτι ἐστὶ μαθητής.
|
26 Οταν δε ο Σαύλος έφθασε εις την
Ιερουσαλήμ, προσπαθούσε να επικοινωνήση και να προσκολληθή στους μαθητάς.
Ολοι όμως τον εφοβούντο, διότι δεν επίστευαν ότι είναι πράγματι μαθητής του
Χριστού.
|
|
27 Βαρνάβας δὲ
ἐπιλαβόμενος αὐτὸν ἤγαγε πρὸς τοὺς ἀποστόλους, καὶ διηγήσατο αὐτοῖς πῶς ἐν τῇ
ὁδῷ εἶδε τὸν Κύριον καὶ ὅτι ἐλάλησεν αὐτῷ, καὶ πῶς ἐν Δαμασκῷ ἐπαρρησιάσατο
ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ.
|
27 Αλλά ο Βαρνάβας τον επήρε με
εμπιστοσύνην και τον ωδήγησε στους Αποστόλους. Και διηγήθηκε τότε εις αυτούς
ο Σαύλος, πως στον δρόμον είδε τον Κυριον και ότι του ωμίλησε ο Κυριος και
πως εις την Δαμασκόν εκήρυξε με θάρρος πίστιν στον Ιησούν Χριστόν.
|
|
28 καὶ ἦν μετ’ αὐτῶν
εἰσπορευόμενος καὶ ἐκπορευόμενος ἐν Ἱερουσαλήμ καὶ παρρησιαζόμενος ἐν τῷ
ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ,
|
28 Και συνεδέθη πλέον με αυτούς
στενότατα, επήγαινε και ήρχετο μαζή των συνεχώς εις Ιερουσαλήμ και με
παρρησίαν ωμιλούσε δια τον Κυριον Ιησούν.
|
|
29 ἐλάλει τε καὶ
συνεζήτει πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς· οἱ δὲ ἐπεχείρουν αὐτόν ἀνελεῖν.
|
29 Ακόμη δε ωμιλούσε και εσυζητούσε
με τους Ελληνιστάς Ιουδαίους. Εκείνοι όμως εζητούσαν ευκαιρίαν, να τον
φονεύσουν.
|
|
30 ἐπιγνόντες δὲ οἱ
ἀδελφοὶ κατήγαγον αὐτὸν εἰς Καισάρειαν καὶ ἐξαπέστειλαν αὐτὸν εἰς Ταρσόν.
|
30 Οταν δε οι αδελφοί έμαθαν τους
σκοπούς των, συνώδευσαν και ωδήγησαν τον Παύλον εις την Καισάρειαν και τον
έστειλαν εις την Ταρσόν, την πατρίδα του, όπου και θα ήτο ασφαλής από τας
επιβουλάς των Εβραίων, που έμειναν άπιστοι και αμετανόητοι.
|
|
31 Αἱ μὲν οὖν
ἐκκλησίαι καθ’ ὅλης τῆς Ἰουδαίας καὶ Γαλιλαίας καὶ Σαμαρείας εἶχον εἰρήνην
οἰκοδομούμεναι καὶ πορευόμεναι τῷ φόβῳ τοῦ Κυρίου καὶ τῇ παρακλήσει τοῦ ἁγίου
Πνεύματος ἐπληθύνοντο.
|
31 Αι Εκκλησίαι, λοιπόν, που ήσαν
εις όλην την Ιουδαίαν και την Γαλιλαίαν και την Σαμάρειαν, είχαν ειρήνην και
οικοδομούντο εις την χριστιανικήν ζωήν και εζούσαν με τον φόβον του Κυρίου
και με την δύναμιν και παρηγορίαν, που τους έδιδε το Πνεύμα το Αγιον,
επληθύνοντο.
|
|
32 Ἐγένετο δὲ Πέτρον
διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας
Λύδδαν.
|
32 Συνέβη δε, όταν ο Πετρος
περιώδευε όλα αυτά τα μέρη, να κατεβή στους πιστούς, οι οποίοι κατοικούσαν
εις την Λυδδαν.
|
|
33 εὗρε δὲ ἐκεῖ
ἄνθρωπόν τινα Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν
παραλελυμένος.
|
33 Ευρήκε δε εκεί ένα άνθρωπον,
ονόματι Αινέαν, ο οποίος κατέκειτο επί οκτώ έτη παράλυτος επάνω εις ένα
κρεββάτι.
|
|
34 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ
Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. καὶ
εὐθέως ἀνέστη.
|
34 Και του είπεν ο Πετρος· “Αινέα, ο
Ιησούς, ο Χριστός σε θεραπεύει από την ασθένειάν σου. Σηκω και στρώσε μόνος
σου το κρεββάτι σου”. Και αμέσως εκείνος εσηκώθηκε υγιής.
|
|
35 καὶ εἶδον αὐτὸν
πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν
Κύριον.
|
35 Και τον είδαν όλοι, όσοι
κατοικούσαν την Λυδδαν και την περιοχήν του Σαρωνος, οι οποίοι επίστευσαν και
επέστρεψαν στον Κυριον, παρακινηθέντες από το θαύμα αυτό.
|
|
36 Ἐν Ἰόππῃ δέ τις ἦν
μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης
ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει.
|
36 Εις δε την Ιόππην εζούσε μία
μαθήτρια του Κυρίου, ονόματι Ταβιθά, της οποίας το όνομα εις την ελληνικήν
σημαίνει Δορκάς. Αυτή ήτο γεμάτη από καλά έργα και ελεημοσύνας, τας οποίας
έκανε συνεχώς.
|
|
37 ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς
ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ αὐτὴν ἔθηκαν ἐν
ὑπερῴῳ.
|
37 Συνέβη όμως κατά τας ημέρας
εκείνας να ασθενήση και να πεθάνη. Αφού δε, σύμφωνα με τα ιουδαϊκά έθιμα, την
έλουσαν και την ετοίμασαν δια την ταφήν, την έβαλαν στο υπερώον.
|
|
38 ἐγγὺς δὲ οὔσης
Λύδδης τῇ Ἰόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι Πέτρος ἐστὶν ἐν αὐτῇ, ἀπέστειλαν
δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν.
|
38 Επειδή δε η Λυδδα ήτο κοντά εις
την Ιόππην και οι μαθηταί είχαν ακούσει, ότι ο Πετρος ήταν εκεί, έστειλαν δύο
άνδρας προς αυτόν και τον παρακαλούσαν να μη βραδύνη να έλθη μέχρις αυτών.
|
|
39 ἀναστὰς δὲ Πέτρος
συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον, καὶ παρέστησαν
αὐτῷ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα
ἐποίει μετ’ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς.
|
39 Πράγματι ο Πετρος εσηκώθηκε και
επήγε μαζή με τους δύο απεσταλμένους. Οταν δε έφθασε, τον ανέβασαν στο
υπερώον. Εκεί δε παρουσιάσθησαν εις αυτόν όλαι αι χήραι κλαίουσαι δια τον
θάνατον της Ταβιθάς, και εδείκνυαν στον Πετρον χιτώνας και επανωφόρια, όσα
έφκιανε, όταν ήτο εν ζωή η Δορκάς.
|
|
40 ἐκβαλὼν δὲ ἔξω
πάντας ὁ Πέτρος καὶ θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο, καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα
εἶπε· Ταβιθά, ἀνάστηθι. ἡ δὲ ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ ἰδοῦσα τὸν
Πέτρον ἀνεκάθισε.
|
40 Ο Πετρος, αφού έβγαλε όλους έξω
από το υπερώον, εγονάτισε και προσευχήθηκε. Επειτα εστράφη προς το σώμα και
είπε· “Ταβιθά, σήκω”. Εκείνη δε άνοιξε αμέσως τα μάτια της και όταν είδε τον
Πετρον ανασηκώθηκε στο κρεββάτι της.
|
|
41 δοὺς δὲ αὐτῇ χεῖρα
ἀνέστησεν αὐτήν, φωνήσας δὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὰς χήρας παρέστησεν αὐτὴν ζῶσαν.
|
41 Της έδωσε τότε το χέρι του ο
Πετρος και την εσήκωσε. Και αφού εκάλεσε τους Χριστιανούς και μάλιστα τας
χήρας, τους την παρουσίασε ζωντανήν.
|
|
42 γνωστὸν δὲ ἐγένετο
καθ’ ὅλης τῆς Ἰόππης, καὶ πολλοὶ ἐπίστευσαν ἐπὶ τὸν Κύριον.
|
42 Εγινε δε γνωστόν το θαύμα αυτό
της αναστάσεως εις όλην την Ιόππην και πολλοί επίστευσαν στον Κυριον.
|
|
43 Ἐγένετο δὲ ἡμέρας
ἱκανὰς μεῖναι αὐτὸν ἐν Ἰόππῃ παρά τινι Σίμωνι βυρσεῖ.
|
43 Εμεινε δε εις την Ιόππην ο Πετρος
αρκετάς ημέρας στο σπίτι κάποιου Σιμωνος βυρσοδέψου.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου