ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 (Ι)
|
1 Σκιὰν γὰρ ἔχων ὁ νόμος τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, οὐκ
αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων, κατ’ ἐνιαυτὸν ταῖς αὐταῖς θυσίαις ἃς
προσφέρουσιν εἰς τὸ διηνεκὲς, οὐδέποτε δύναται τοὺς προσερχομένους τελειῶσαι·
|
1 Εχων, λοιπόν, ο Νομος της Π. Διαθήκης κάποιαν
αμυδράν σκιαν και υποτύπωσιν των αγαθών, τα οποία έμελλεν ο Χριστός να δώση
και μη έχων σαφή και βεβαίαν εικόνα των ουρανίων πραγμάτων, δεν ημπορεί ποτέ
με τας ιδίας θυσίας, τας οποίας κάθε χρόνο συνεχώς προσφέρουν οι ιερείς και ο
Αρχιερεύς, να δώση άφεσιν αμαρτιών και λύτρωσιν, να κάμη τελείους αυτούς, οι
οποίοι προσέρχονται στον ναόν και το θυσιαστήριον.
|
|
2 ἐπεὶ οὐκ ἂν ἐπαύσαντο προσφερόμεναι, διὰ τὸ
μηδεμίαν ἔχειν ἔτι συνείδησιν ἁμαρτιῶν τοὺς λατρεύοντας, ἅπαξ κεκαθαρμένους;
|
2 Διότι, σας ερωτώ, εάν πράγματι αι θυσίαι αυταί
είχαν την δύναμιν να κάμουν αγίους και τελείους τους ανθρώπους, δεν θα έπαυαν
να προσφέρωνται, εφ' όσον οι λατρεύοντες με αυτάς τον Θεόν και επικαλούμενοι
το έλεός του, δεν θα είχαν πλέον συνείδησιν, ότι είναι αμαρτωλοί, μια φορά
και είχαν καθαρισθή με τας θυσίας των; Βεβαίως θα είχαν παύσει.
|
|
3 ἀλλ’ ἐν αὐταῖς ἀνάμνησις ἁμαρτιῶν κατ’ ἐνιαυτόν·
|
3 Αλλ' εξακολουθούν να προσφέρωνται, διότι εις αυτάς
τας θυσίας γίνεται υπόμνησις και ανάμνησις κάθε χρόνο των αμαρτιών και της
ενοχής εκείνων που τας προσφέρουν και η οποία παραμένει παρά τας θυσίας που
προσφέρουν.
|
|
4 ἀδύνατον γὰρ αἷμα ταύρων καὶ τράγων ἀφαιρεῖν
ἁμαρτίας.
|
4 Διότι είναι αδύνατον το αίμα των ταύρων και των
τράγων, που προσφέρονται ως θυσία, να αφαιρή αμαρτίας και να εξαλείφη την
ενόχην.
|
|
5 Διὸ εἰσερχόμενος εἰς τὸν κόσμον λέγει· θυσίαν καὶ
προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, σῶμα δὲ κατηρτίσω μοι·
|
5 Δια τούτο και ο Χριστός, όταν δια της ενανθρωπήσεώς
του εισήρχετο στον κόσμον, είπε προς τον Πατέρα του· “θυσίαν και προσφοράν
σαν εκείνας της Π. Διαθήκης δεν ηθέλησες, αλλά μου ετοίμασες σώμα, δια να
προσφέρω αυτό θυσίαν ευάρεστον εις σε και λυτρωτικήν δια τους ανθρώπους.
|
|
6 ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ εὐδόκησας·
|
6 Δεν έχεις δε ευαρεστηθή και επαναπαυθή εις θυσίας,
που καίονται ολόκληροι επάνω στο θυσιαστήριον η εις θυσίας που προσφέρονται
δια συγχώρησιν αμαρτίας.
|
|
7 τότε εἶπον· ἰδοὺ ἥκω, ἐν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται
περὶ ἐμοῦ, τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεός, τὸ θέλημά σου.
|
7 Τοτε είπα· ιδού ήλθα-εις την επικεφαλίδα του
βιβλίου και εις όλον το βιβλίον έχει γραφή προφητικώς δι' εμέ-δια να
εκτελέσω, ω Θεε, πλήρως και τελείως το θέλημά σου”.
|
|
8 ἀνώτερον λέγων ὅτι θυσίαν καὶ προσφορὰν καὶ
ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ ἠθέλησας οὐδὲ εὐδόκησας, αἵτινες κατὰ τὸν
νόμον προσφέρονται,
|
8 Αφού, λοιπόν, παρά πάνω λέγει, ότι “θυσίαν και
προσφοράν και ολοκαυτώματα και ειδικάς θυσίας περί συγχωρήσεως αμαρτίας δεν
ηθέλησες, ούτε ευηρεστήθης εις αυτάς”, που σύμφωνα με τον Μωσαϊκόν Νομον σου
προσφέρονται,
|
|
9 τότε εἴρηκεν· ἰδοὺ ἥκω τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεός, τὸ
θέλημά σου. ἀναιρεῖ τὸ πρῶτον ἵνα τὸ δεύτερον στήσῃ.
|
9 τότε είπε· “ιδού ήλθα να εκτελέσω εις την
εντέλειαν, ω Θεε, το θέλημά σου”. Ακυρώνει έτσι και καταργεί το πρώτον τμήμα
του Γραφικού χωρίου, που αναφέρεται εις τας θυσίας, δια να θεμελιώση και
καταστήση έγκυρον το δεύτερον που αναφέρεται εις την θυσίαν του Χριστού.
|
|
10 ἐν ᾧ θελήματι
ἡγιασμένοι ἐσμὲν διὰ τῆς προσφορᾶς τοῦ σώματος Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐφάπαξ.
|
10 Δια του θελήματος δε αυτού του Θεού, περί της
ενανθρωπήσεως και θυσίας του Υιού του, είμεθα ημείς ηγιασμένοι, δια μέσου της
θυσίας του σώματος του Ιησού Χριστού, η οποία έγινεν άπαξ δια παντός.
|
|
11 Καὶ πᾶς μὲν ἱερεὺς
ἕστηκε καθ’ ἡμέραν λειτουργῶν καὶ τὰς αὐτὰς πολλάκις προσφέρων θυσίας,
αἵτινες οὐδέποτε δύνανται περιελεῖν ἁμαρτίας·
|
11 Και κάθε μεν ιερεύς της Π. Διαθήκης στέκεται κάθε
ημέραν εμπρός στο θυσιαστήριον λειτουργών και προσφέρων πολλές φορές τις
ίδιες θυσίες, αι οποίαι όμως ουδέποτε ημπορούν να συγχωρήσουν και να
αφαιρέσουν αμαρτίες.
|
|
12 αὐτὸς δὲ μίαν ὑπὲρ
ἁμαρτιῶν προσενέγκας θυσίαν εἰς τὸ διηνεκὲς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ,
|
12 Αυτός όμως ο Ιησούς Χριστός, αφού επρόσφερε μίαν
και μόνην θυσίαν δια την άφεσιν των αμαρτιών, εκάθισε και μένει δια παντός
εις τα δεξιά του θρόνου του Θεού,
|
|
13 τὸ λοιπὸν
ἐκδεχόμενος ἕως τεθῶσιν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ.
|
13 περιμένων στο εξής, έως ότου νικημένοι και
εξουθενωμένοι τεθούν οι εχθροί του υποπόδιον των ποδών του.
|
|
14 μιᾷ γὰρ προσφορᾷ
τετελείωκεν εἰς τὸ διηνεκὲς τοὺς ἁγιαζομένους.
|
14 Διότι με μίαν προσφοράν και θυσίαν, με την θυσίαν
δηλαδή του εαυτού του επί του σταυρού, έκαμε δια παντός τελείους εκείνους που
ζητούν και αγιάζονται από αυτόν.
|
|
15 Μαρτυρεῖ δὲ ἡμῖν
καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· μετὰ γὰρ τὸ προειρηκέναι,
|
15 Οτι δε ο Χριστός μίαν έπρεπε να προσφέρη θυσίαν εις
αγιασμόν όλων των πιστών μας το βεβαιώνει και το μαρτυρεί το Πνεύμα το Αγιον,
διότι ύστερα από αυτό, που προηγουμένως είπεν·
|
|
16 αὕτη ἡ διαθήκη ἣν
διαθήσομαι πρὸς αὐτοὺς μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, λέγει Κύριος· διδοὺς νόμους
μου ἐπὶ καρδίας αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῶν διανοιῶν αὐτῶν ἐπιγράψω αὐτούς,
|
16 “αυτή είναι η διαθήκη την οποίαν θα συνάψω με αυτούς
έπειτα από τας ημέρας εκείνας, λέγει ο Κυριος, θα δώσω τους νόμους μου εις
τας καρδίας των και θα τους εγχαράξω εις τας διανοίας των, δια να μένουν έτσι
ανεξάλειπτοι”.
|
|
17 καὶ τῶν ἁμαρτιῶν
αὐτῶν καὶ τῶν ἀνομιῶν αὐτῶν οὐ μὴ μνησθῶ ἔτι.
|
17 Εν συνεχεία δε προσθέτει· “και δεν θα ενθυμηθώ
πλέον τας αμαρτίας των και τας παραβάσστου Νομου”.
|
|
18 Ὅπου δὲ ἄφεσις
τούτων, οὐκέτι προσφορὰ περὶ ἁμαρτίας.
|
18 Αλλά, όπου υπάρχει συγχώρησις και εξάλειψις
αμαρτιών, δεν υπάρχει πλέον ανάγκην να προσφέρεται θυσία δια τας αμαρτίας.
|
|
19 Ἔχοντες οὖν,
ἀδελφοί, παρρησίαν εἰς τὴν εἴσοδον τῶν Ἁγίων ἐν τῷ αἵματι τοῦ Ἰησοῦ,
|
19 Λοιπόν, αδελφοί, σύμφωνα με αυτά που είπαμεν,
έχομεν θάρρος και πεποίθησιν, ότι είναι ανοικτή και ελευθέρα η είσοδος ημών
εις τα πραγματικά Αγια, δηλαδή εις την επουράνιον βασιλείαν, δια του αίματος
του Ιησού.
|
|
20 ἣν ἐνεκαίνισεν ἡμῖν
ὁδὸν πρόσφατον καὶ ζῶσαν διὰ τοῦ καταπετάσματος, τοῦτ’ ἔστι τῆς σαρκὸς αὐτοῦ,
|
20 Αυτήν δε την είσοδον, την νέαν και πρωτοφανή, που
οδηγεί εις την αιωνίαν ζωήν, την ήνοιξε και την ενεκαινίασε προς χάριν μας ο
Ιησούς Χριστός δια μέσου του καταπετάσματος, δηλαδή με το τίμιον σώμα του,
που εθυσίασε.
|
|
21 καὶ ἱερέα μέγαν ἐπὶ
τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ,
|
21 Αφού, λοιπόν, έχομεν και ιερέα μέγαν, τον Ιησούν Χριστόν,
εγκατεστημένον, Κυριον και αρχηγόν επάνω στο σπίτι του Θεού, δηλαδή εις την
Εκκλησίαν,
|
|
22 προσερχώμεθα μετὰ
ἀληθινῆς καρδίας ἐν πληροφορίᾳ πίστεως ἐρραντισμένοι τὰς καρδίας ἀπὸ
συνειδήσεως πονηρᾶς,
|
22 ας προσερχώμεθα με ειλικρινή και άδολον καρδίαν, με
ακλόνητον και φωτισμένην πίστιν, ραντισμένοι με το λυτρωτικόν του αίμα εις
τας καρδίας μας, δια να είμεθα έτσι λυτρωμένοι από την ενόχην και τας τύψεις
της συνειδήσεως εξ αιτίας των πονηρών έργων,
|
|
23 καὶ λελουσμένοι τὸ
σῶμα ὕδατι καθαρῷ κατέχωμεν τὴν ὁμολογίαν τῆς ἐλπίδος ἀκλινῆ· πιστὸς γὰρ ὁ
ἐπαγγειλάμενος·
|
23 και λουσμένοι κατά το σώμα με καθαρό, δηλαδή με το
Αγιον Βαπτισμα, ας κρατώμεν σταθεράν και ακλόνητον την ομολογίαν μας περί των
αγαθών, που ελπίζομεν. Και τούτο, διότι είναι αληθινός κατά πάντα και
αξιόπιστος εκείνος που μας έχει δώσει τας ανεκτιμήτους αυτάς υποσχέσεις.
|
|
24 καὶ κατανοῶμεν
ἀλλήλους εἰς παροξυσμὸν ἀγάπης καὶ καλῶν ἔργων,
|
24 Ας παρακολουθώμεν δε και ας γνωρίζωμεν κατά βάθος ο
ένας τον άλλον, σαν αδελφοί που είμεθα, ώστε να παρορμώμεθα εντόνως και να
προχωρούμεν με ζήλον εις την αγάπην και τα καλά έργα.
|
|
25 μὴ ἐγκαταλείποντες
τὴν ἐπισυναγωγὴν ἑαυτῶν, καθὼς ἔθος τισίν, ἀλλὰ παρακαλοῦντες, καὶ τοσούτῳ
μᾶλλον, ὅσῳ βλέπετε ἐγγίζουσαν τὴν ἡμέραν.
|
25 Παραμερίσατε δε κάθε εμπόδιον και έχετε πάντοτε
προθυμίαν, ώστε να μη παραμελήτε και αφίνετε την ιεράν σύναξιν σας, όπως το
έχουν μερικοί συνήθειαν, αλλά να προτρέπετε και να ενισχύετε ο ένας τον
άλλον, τόσον μάλιστα περισσότερον, καθ' όσον βλέπετε να πλησιάζη η ημέρα της
Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου.
|
|
26 Ἑκουσίως γὰρ
ἁμαρτανόντων ἡμῶν μετὰ τὸ λαβεῖν τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας, οὐκέτι περὶ
ἁμαρτιῶν ἀπολείπεται θυσία,
|
26 Είναι δε ανάγκη να προσέχετε όλα αυτά και να
αλληλοενισχύεσθε στον δρόμον της αρετής, διότι, όταν έπειτα από την βαθείαν
και καθαράν γνώσιν της αληθείας που ελάβαμεν, θεληματικώς και επιμόνως
αμαρτάνωμεν, περιφρονούντες έτσι την λυτρωτικήν θυσίαν του Χριστού, δεν
απομένει πλέον άλλη θυσία δια την άφεσιν των αμαρτιών μας,
|
|
27 φοβερὰ δέ τις
ἐκδοχὴ κρίσεως καὶ πυρὸς ζῆλος ἐσθίειν μέλλοντος τοὺς ὑπεναντίους.
|
27 αλλ' έχομεν, κατ' ανάγκην, να περιμένωμεν με φόβον
και τρόμον την κρίσιν του Θεού και την καταδίκην, το πυρ της φοβεράς οργής
του Θεού, το οποίον μέλλει να κατατρώγη εκείνους, που θεληματικά και
αμετανόητα εντιστέκονται στο θείον θέλημα και το καταπατούν με περιφρόνησιν.
|
|
28 ἀθετήσας τις νόμον
Μωϋσέως χωρὶς οἰκτιρμῶν ἐπὶ δυσὶν ἢ τρισὶν μάρτυσιν ἀποθνήσκει·
|
28 Εάν κανείς παραβή τον μωσαϊκόν Νομον, καταδικάζεται
χωρίς καμμίαν επιείκειαν εις θάνατον “επί τη βάσει της καταθέσεως δύο η τριών
μαρτύρων”.
|
|
29 πόσῳ δοκεῖτε
χείρονος ἀξιωθήσεται τιμωρίας ὁ τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ καταπατήσας καὶ τὸ αἷμα τῆς
διαθήκης κοινὸν ἡγησάμενος, ἐν ᾧ ἡγιάσθη, καὶ τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτος
ἐνυβρίσας;
|
29 Ποσον όμως χιεροτέρας τιμωρίας νομίζετε, ότι θα
κριθή ένοχος εκείνος, που κατεπάτησε με πείσμα και περιφρόνησιν τον Υιόν του
Θεού και εθεώρησε το τίμιον αίμα του ευτελές και ανάξιον προσοχής, με το
οποίον εν τούτοις αίμα ο ίδιος είχε πάρει τον αγιασμόν, και ο οποίος παρ' όλ'
αυτα ύβρισε, περιεφρόνησε και εχλεύασε το Αγιον Πνεύμα, που παρέχει την
χάριν;
|
|
30 οἴδαμεν γὰρ τὸν
εἰπόντα· ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος· καὶ πάλιν· Κύριος
κρινεῖ τὸν λαὸν αὐτοῦ.
|
30 Καμμία αμφιβολία δεν υπάρχει, ότι πράγματι θα
τιμωρηθή δια την ασέβειάν του, διότι γνωρίζομεν καλά εκείνον ο οποίος είπε·
“εις εμέ, τον δίκαιον και παντοδύναμον, υπάρχει η δικαιοσύνη, που τιμωρεί το
κακόν. Εγώ θα ανταποδώσω στον καθένα κατά τα έργα του, λέγει ο Κυριος”· και
πάλιν έχει λεχθή· “ο Κυριος θα κρίνη τον λαόν αυτού”.
|
|
31 φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν
εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος.
|
31 Και είναι φοβερόν να πέση κανείς σαν ένοχος εις τα
χέρια του Θεού του ζώντος.
|
|
32 Ἀναμιμνήσκεσθε δὲ
τὰς πρότερον ἡμέρας, ἐν αἷς φωτισθέντες πολλὴν ἄθλησιν ὑπεμείνατε παθημάτων,
|
32 Να ενθυμήσθε δε τας προηγουμένας ημέρας της ζωής
σας, κατά τας οποίας είχατε κατηχηθή την αλήθειαν και είχατε φωτισθή με το
Αγιον Βαπτισμα και υπεμείνατε πολύ καρτερικά και ηρωϊκά τον αγώνα των
παθημάτων και των διωγμών.
|
|
33 τοῦτο μὲν
ὀνειδισμοῖς τε καὶ θλίψεσι θεατριζόμενοι, τοῦτο δὲ κοινωνοὶ τῶν οὕτως
ἀναστρεφομένων γενηθέντες.
|
33 Αφ' ενός μεν με χλευασμούς, με ύβρεις και με
θλίψεις σαν διεπόμπευαν και σας εθεάτριζαν οι διώκται της πίστεώς μας, αφ'
ετέρου δε σεις με συμπάθειαν και στοργήν και με κάθε βοήθειαν συμμετείχατε
εις τας θλίψεις και τους διωγμούς εκείνων.
|
|
34 καὶ γὰρ τοῖς
δεσμοῖς μου συνεπαθήσατε καὶ τὴν ἁρπαγὴν τῶν ὑπαρχόντων ὑμῶν μετὰ χαρᾶς
προσεδέξασθε, γινώσκοντες ἔχειν ἐν ἑαυτοῖς κρείττονα ὕπαρξιν ἐν οὐρανοῖς καὶ
μένουσαν.
|
34 Διότι και εις τα δεσμά, όταν ήμουν φυλακισμένος,
εδείξατε στοργήν και συμπάθειαν και την αρπαγήν των υπαρχόντων σας από τους
διώκτας την εδεχθήκατε όχι απλώς με υπομονήν, αλλά με χαράν, γνωρίζοντες, ότι
έχετε δια τον εαυτόν σας στους ουρανούς αιωνίαν και αναφαίρετον περιουσίαν,
ασυγκρίτως κασλυτέραν.
|
|
35 Μὴ ἀποβάλητε οὖν
τὴν παρρησίαν ὑμῶν, ἥτις ἔχει μισθαποδοσίαν μεγάλην.
|
35 Μη αποβάλετε, λοιπόν, και μη χάσετε την άφοβον και
θαρραλέαν πίστιν σας, η οποία έχει εκ μέρους του Θεού μεγάλον μισθόν ως
ανταπόδοσιν.
|
|
36 ὑπομονῆς γὰρ ἔχετε
χρείαν, ἵνα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ποιήσαντες κομίσησθε τὴν ἐπαγγελίαν.
|
36 Διότι και σήμερον και μέχρι τέλους της ζωής σας
έχετε ανάγκην υπομονής, ώστε, αφού τηρήσετε το θέλημα του Θεού, να απολαύσετε
την αμοιβήν, που υπεσχέθη ο Θεός.
|
|
37 ἔτι γὰρ μικρὸν
ὅσον, ὁ ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ.
|
37 Καλλιεργήστε και τονώστε την υπομονήν σας, “διότι
πολύ ολίγος χρόνος απομένει, και ο Κυριος, ο ερχόμενος δια να κρίνη ζώντας
και νεκρούς, θα έλθη πάλιν και δεν θα αργήση”.
|
|
38 ὁ δὲ δίκαιος ἐκ
πίστεως ζήσεται· καὶ ἐὰν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ.
|
38 Καθώς λέγει ο Θεός “ο δίκαιος θα κερδήση την
αιωνίαν ζωήν δια την φωτισμένην και ενεργόν πίστιν του”. Και “εάν κανείς
δειλιάση και αποχωρήση από τον πνευματικόν αγώνα, μάθετε ότι δεν ευαρεστείται
εις αυτόν η ψυχή μου”.
|
|
39 ἡμεῖς δὲ οὐκ ἐσμὲν
ὑποστολῆς εἰς ἀπώλειαν, ἀλλὰ πίστεως εἰς περιποίησιν ψυχῆς.
|
39 Ημείς όμως δεν είμεθα άνθρωποι δειλίας, ατόλμου
συστολής και αμφιταλαντεύσεως, ώστε να υπάρχη φόβος να καταδικασθώμεν εις
απώλειαν. Αλλ' είμεθα άνθρωποι της φωτισμένης και ζωντανής πίστεως, δια να
κερδήσωμεν έτσι και σώσωμεν την ψυχήν μας.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου