ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 (ΙΑ)
|
1 Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων
ἔλεγχος οὐ βλεπομένων.
|
1 Είναι δε πίστις, η αδίστακτος και ακλόνητος
πεποίθησις εις την πραγματικήν και βεβαίαν ύπαρξιν αγαθών, τα οποία
ελπίζομεν· απόδειξις και βεβαιότης περί πραγμάτων, που δεν βλέπονται με τα
μάτια του σώματος και τα οποία εν τούτοις χάρις εις αυτήν είναι σαν να τα
βλέπομεν με τα μάτια μας και να τα πιάνωμεν με τα χέρια μας.
|
|
2 ἐν ταύτῃ γὰρ ἐμαρτυρήθησαν οἱ πρεσβύτεροι.
|
2 Ενεκα δε αυτής ακριβώς της ζωντανής πίστεως επήραν
την καλήν μαρτυρίαν εκ μέρους του Θεού οι παλαιότεροι, οι δίκαιοι της Π.
Διαθήκης.
|
|
3 Πίστει νοοῦμεν κατηρτίσθαι τοὺς αἰῶνας ῥήματι Θεοῦ,
εἰς τὸ μὴ ἐκ φαινομένων τὰ βλεπόμενα γεγονέναι.
|
3 Από αυτήν την πίστιν πληροφορούμεθα και ενοούμεν
καλά, ότι ο ορατός κόσμος, που έλαβεν ύπαρξιν εν χρόνω, εδημιουργήθη με τον
παντοδύναμον λόγον του Θεού, ώστε όσα δημιουργήματα βλέπομεν τώρα, να έχωμεν
βεβαίαν την πεποίθησιν ότι έχουν γίνει από μη υπάρχοντα και τα οποία φυσικά
δεν εφαίνοντο εις τα σωματικά μάτια.
|
|
4 Πίστει πλείονα θυσίαν Ἄβελ παρὰ Κάϊν προσήνεγκε τῷ
Θεῷ, δι’ ἧς ἐμαρτυρήθη εἶναι δίκαιος, μαρτυροῦντος ἐπὶ τοῖς δώροις αὐτοῦ τοῦ
Θεοῦ, καὶ δι’ αὐτῆς ἀποθανὼν ἔτι λαλεῖται.
|
4 Χαρις εις την πίστιν, που είχεν ο Αβελ, επρόσφερεν
στον Θεόν τελειοτέραν θυσίαν από τον Καϊν. Δια την πίστιν του δε αυτήν, του
εδόθη εκ μέρους του Θεού η μαρτυρία, ότι είναι δίκαιος· διότι ο ίδιος ο Θεός
επεβεβαίωσεν, ότι εδέχθη ευαρέστως τα δώρα της θυσίας του. Και χάρις εις την
πίστιν του ο Αβελ, καίτοι έχει αποθάνει προ πολλού, διαλαλείται ως δίκαιος
και εγκωμιάζεται.
|
|
5 Πίστει Ἑνὼχ μετετέθη τοῦ μὴ ἰδεῖν θάνατον, καὶ οὐχ
ηὑρίσκετο, διότι μετέθηκεν αὐτὸν ὁ Θεός· πρὸ γὰρ τῆς μεταθέσεως μεμαρτύρηται
εὐηρεστηκέναι τῷ Θεῷ·
|
5 Δια την πίστιν του ο Ενώχ μετετέθη ζωντανός από τον
παρόντα κόσμον, δια να μη ίδη θάνατον και δεν ευρίσκετο πλέον εις την γην,
διότι τον είχε μεταθέσει ο Θεός. Διότι προ της μεταθέσεώς του αυτής εδόθη δι'
αυτόν μαρτυρία, ότι είχεν ευαρεστήσει με την όλην ζωήν του στον Θεόν.
|
|
6 χωρὶς δὲ πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι, πιστεῦσαι
γὰρ δεῖ τὸν προσερχόμενον τῷ Θεῷ ὅτι ἔστιν καὶ τοῖς ἐκζητοῦσιν αὐτὸν
μισθαποδότης γίνεται.
|
6 Χωρίς δε την πίστιν είναι αδύνατον να ευαρεστήση ο
άνθρωπος στον Θεόν· διότι εκείνος που προσέρχεται στον Θεόν πρέπει
απαραιτήτως να πιστεύση πρώτον μεν ότι υπάρχει Θεός, και δεύτερον, ότι ο Θεός
αποδίδει πάντοτε τον δίκαιον μισθόν εις εκείνους που τον αναζητούν και
προσέρχονται εις αυτόν και τηρούν το θέλημά του.
|
|
7 Πίστει χρηματισθεὶς Νῶε περὶ τῶν μηδέπω βλεπομένων,
εὐλαβηθεὶς κατεσκεύασε κιβωτὸν εἰς σωτηρίαν τοῦ οἴκου αὐτοῦ, δι’ ἧς κατέκρινε
τὸν κόσμον, καὶ τῆς κατὰ πίστιν δικαιοσύνης ἐγένετο κληρονόμος.
|
7 Ενακα της πίστεώς του ο Νώε, πληροφορηθείς
προφητικώς από τον Θεόν δι' εκείνα που δεν εβλέποντο ακόμη, έμελλαν όμως να
γίνουν, δηλαδή δια τον κατακλυσμόν, κατελήφθη από ιερόν δέος και κατεσκεύασε
την κιβωτόν δια την σωτηρίαν της οικογενείας του. Με την ακλόνητον και ευλαβή
δε αυτήν πίστιν του, διεβεβαίωσε και απέδειξεν, ότι ήτο άξιος καταδίκης ο
άπιστος και αμαρτωλός κόσμος της εποχής του. Και χάρις εις την πίστιν του
αυτήν δεν εσώθη μόνον από τον κατακλυσμόν, αλλ' έγινε και κληρονόμος της
δικαιώσεως, που παρέχει ο Θεός στους πιστούς.
|
|
8 Πίστει καλούμενος Ἀβραὰμ ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τὸν
τόπον ὃν ἔμελλε λαμβάνειν εἰς κληρονομίαν, καὶ ἐξῆλθε μὴ ἐπιστάμενος ποῦ
ἔρχεται.
|
8 Ενεκα της πίστεώς του ο Αβραάμ, καλούμενος από τον
Θεόν, υπήκουσε να εξέλθη και να φύγη από την πατρίδα του και νε μεταβή στον
τόπον, τον οποίον επρόκειτο να λάβη ως κληρονομίαν του από τον Θεόν. Και
πράγματι εξήλθε, χωρίς και να γνωρίζη που πηγαίνει.
|
|
9 Πίστει παρῴκησεν εἰς γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς
ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς
ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς·
|
9 Χαρις εις αυτήν την πίστιν του κατώκησεν εις την
γην, που του είχε υποσχεθή ο Θεός, σαν εις ξένην περιοχήν και έζησε μέσα εις
σκηνάς μαζή με τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, που ήσαν συγκληρονόμοι της ιδίας
υποσχέσεως του Θεού.
|
|
10 ἐξεδέχετο γὰρ τὴν
τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός.
|
10 Και τούτο, διότι επερίμενε με πίστιν και ελπίδα ακλόνητον
την επουράνιον πόλιν, με τα αδιάσειστα και αιώνια θεμέλια της, της οποίας
τεχνίτης και δημιουργός είναι ο ίδιος ο Θεός.
|
|
11 Πίστει καὶ αὐτὴ
Σάρρα δύναμιν εἰς καταβολὴν σπέρματος ἔλαβεν καὶ παρὰ καιρὸν ἡλικίας ἔτεκεν,
ἐπεὶ πιστὸν ἡγήσατο τὸν ἐπαγγειλάμενον·
|
11 Χαρις εις την πίστιν της και αυτή η στείρα και πολύ
ηλικιωμένη Σαρρα, επήρε δύναμιν, ώστε να καταβληθή και ζωογονηθή εις αυτήν
σπέρμα· και μολονότι είχε περάσει πλέον η ηλικία της, εγέννησε τέκνον, επειδή
εθεώρησε κατά πάντα αξιόπιστον εκείνον, που της είχε υποσχεθή, ότι θα
αποκτούσε υιόν.
|
|
12 διὸ καὶ ἀφ’ ἑνὸς
ἐγεννήθησαν, καὶ ταῦτα νενεκρωμένου, καθὼς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει καὶ
ὡς ἡ ἄμμος ἡ παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης ἡ ἀναρίθμητος.
|
12 Δια την πίστιν αυτήν της Σαρρας και του Αβραάμ
εγεννήθησαν από έναν άνθρωπον, τον Αβραάμ, νεκρωμένον πλέον εξ αιτίας του
γήρατος αναρίθμητοι απόγονοι σαν τα άστρα του ουρανού κατά το πλήθος και σαν
την άμμον της σακροθαλασσιάς, που είναι αδύνατον να μετρηθή.
|
|
13 Κατὰ πίστιν
ἀπέθανον οὗτοι πάντες, μὴ λαβόντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς
ἰδόντες καὶ ἀσπασάμενοι, καὶ ὁμολογήσαντες ὅτι ξένοι καὶ παρεπίδημοί εἰσιν
ἐπὶ τῆς γῆς.
|
13 Ολοι αυτοί απέθαναν στερεωμένοι εις την πίστιν και
εις την ελπίδα, που γεννά η πίστις, χωρίς εν τούτοις να λάβουν τας
επαγγελίας. Αλλά τας είδαν από μακράν και τας εδέχθησαν με όλην των την ψυχήν
και ωμολόγησαν με τα έργα των και με τα λόγια των, ότι είναι ξένοι και
παρεπίδημοι επάνω εις την γην.
|
|
14 οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες
ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι.
|
14 Διότι αυτοί που έλεγαν τέτοια λόγια, εφανέρωναν
καθαρά, ότι δεν επανεπαύοντο εις την επίγειον πατρίδα, αλλ' εζητούσαν την
μόνιμον και χαρμόσυνον πατρίδα, δηλαδή τον ουρανόν.
|
|
15 καὶ εἰ μὲν ἐκείνης
μνημονεύουσιν, ἀφ’ ἧς ἐξῆλθον, εἶχον ἂν καιρὸν ἀνακάμψαι·
|
15 Και εάν ενεθυμούντο εκείνην, την επίγειον πατρίδα,
από την οποίαν είχαν εξέλθει, είχαν και τον χρόνον και την ευκαιρίαν να
επανέλθουν εις αυτήν.
|
|
16 νῦν δὲ κρείττονος
ὀρέγονται, τοῦτ’ ἔστιν ἐπουρανίου. διὸ οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ὁ Θεὸς Θεὸς
ἐπικαλεῖσθαι αὐτῶν, ἡτοίμασε γὰρ αὐτοῖς πόλιν.
|
16 Τωρα όμως επιθυμούν σφοδρώς καλυτέραν και
τελειοτέραν πατρίδα, δηλαδή την επουράνιον. Δι' αυτό και ο Θεός δεν αισθάνεται
εξ αιτίας των καμμίαν εντροπήν, να ονομάζεται Θεός των. Τουναντίον
ευαρεστείται εις αυτούς, όπως μαρτυρείται από το γεγονός, ότι τους έχει
ετοιμάσει επουράνιον και μακαρίαν πατρίδα.
|
|
17 Πίστει προσενήνοχεν
Ἀβραὰμ τὸν Ἰσαὰκ πειραζόμενος, καὶ τὸν μονογενῆ προσέφερεν ὁ τὰς ἐπαγγελίας
ἀναδεξάμενος,
|
17 Ενεκα της μεγάλης του πίστεως επρόσφερε θυσίαν τον
Ισαάκ ο Αβραάμ, όταν εδοκιμάζετο από τον Θεόν. Και αυτός ο οποίος
προηγουμένως είχε δεχθή και πιστεύσει ολοψύχως εις τας υποσχέσστου Θεού, ότι
δια του Ισαάκ θα εγεννάτο αναρίθμητος λαός, επρόφερε με πίστιν τον μονάκριβον
υιόν του.
|
|
18 πρὸς ὃν ἐλαλήθη ὅτι
Ἐν Ἰσαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα,
|
18 Διότι εις αυτόν είχε λεχθή προηγουμένως, ότι
γνήσιοι απόγονοι του θα ωνομάζοντο αυτοί, τους οποίους θα είχεν από τον
Ισαάκ.
|
|
19 λογισάμενος ὅτι καὶ
ἐκ νεκρῶν ἐγείρειν δυνατὸς ὁ Θεός· ὅθεν αὐτὸν καὶ ἐν παραβολῇ ἐκομίσατο.
|
19 Εσκέφθη όμως, ότι ο Θεός είναι δυνατός και ικανός
και εκ νεκρών να αναστήση τον Ισαάκ. Δια την πίστιν του ακριβώς αυτήν τον
επήρε πάλιν, και μάλιστα κατά τρόπον, που ο Ισαάκ έγινε προεικόνισμα της
θυσίας και της αναστάσεως του Χριστού, του μονογενούς Υιού του Θεού.
|
|
20 Πίστει καὶ περὶ
μελλόντων εὐλόγησεν Ἰσαὰκ τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν Ἠσαῦ.
|
20 Επειδή επίστευσεν εις τας επαγγελίας του Θεού ο
Ισαάκ, ευλόγησε τον Ιακώβ και τον Ησαύ, δι' όσα έμελλον να συμβούν.
|
|
21 Πίστει Ἰακὼβ
ἀποθνῄσκων ἕκαστον τῶν υἱῶν Ἰωσὴφ εὐλόγησεν, καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὸ ἄκρον
τῆς ῥάβδου αὐτοῦ.
|
21 Με πίστιν ο Ιακώβ, όταν επέθαινε, ευλόγησε τα δύο
παιδιά του Ιωσήφ και τα προανήγγειλε ως αρχηγούς δύο φυλών και επροσκύνησε
τον Θεόν, στηριζόμενος, καθό γέρων πλέον, στο άκρον της ράβδου του.
|
|
22 Πίστει Ἰωσὴφ
τελευτῶν περὶ τῆς ἐξόδου τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐμνημόνευσε, καὶ περὶ τῶν ὀστέων
αὐτοῦ ἐνετείλατο.
|
22 Χαρις εις την πίστιν του ο Ιωσήφ, όταν επέθαινε,
ενεθυμήθη εκεί, εις την επιθανάτιον κλίνην του, την έξοδον των Ισραηλιτών από
την Αίγυπτον προς την γην Χαναάν και έδωσεν εντολήν να παραλάβουν μαζή των
και τα οστά του.
|
|
23 Πίστει Μωϋσῆς
γεννηθεὶς ἐκρύβη τρίμηνον ὑπὸ τῶν πατέρων αὐτοῦ, διότι εἶδον ἀστεῖον τὸ
παιδίον, καὶ οὐκ ἐφοβήθησαν τὸ διάταγμα τοῦ βασιλέως.
|
23 Χαρις εις την πίστιν των γονέων του, όταν εγεννήθη
ο Μωϋσής, εκρατήθη κρυμμένος από αυτούς επί τρεις μήνες, διότι είδαν ωραίον
και χαριτωμένον το παιδίον των, και δεν εφοβήθησαν το διάταγμα του Φαραώ (που
επέβαλλε να θανατώνωνται τα αρσενικά βρέφη των Εβραίων).
|
|
24 Πίστει Μωϋσῆς μέγας
γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ,
|
24 Ενεκα της πίστεως του ο Μωϋσής, όταν εμεγάλωσεν,
ηρνήθη να ονομάζεται παιδί της θυγατρός του Φαραώ,
|
|
25 μᾶλλον ἑλόμενος
συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν,
|
25 και επροτίμησε καλύτερον να ταλαιπωρήται και να
κακοπαθή μαζή με τον λαόν του Θεού, παρά να έχη πρόσκαιρον απόλαυσιν μιας
αμαρτωλής και τρυφηλής ζωής, σαν βασιλόπουλο εις τα ανάκτορα.
|
|
26 μείζονα πλοῦτον
ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ, ἀπέβλεπεν γὰρ
εἰς τὴν μισθαποδοσίαν.
|
26 Και από τους θησαυρούς, από τα αγαθά και την δόξαν
της Αιγύπτου, εθεώρησε μεγαλύτερον και πολυτιμότερον πλούτον το να χλευάζεται
και να περιφρονήται, όπως βραδύτερον θα ωνειδίζετο ο Χριστός. Διότι είχε
προσηλωμένα τα μάτια του και επερίμενε με πίστιν της ανταμοιβήν, που θα του
έδιδεν ο Θεός στους ουρανούς.
|
|
27 Πίστει κατέλιπεν
Αἴγυπτον, μὴ φοβηθεὶς τὸν θυμὸν τοῦ βασιλέως, τὸν γὰρ ἀόρατον ὡς ὁρῶν
ἐκαρτέρησε.
|
27 Χαρις εις την πίστιν του εγκατέλειψε την Αίγυπτον,
όταν, δια να υπερασπίση ένα Εβραίον, εφόνευσε τον Αιγύπτιον, χωρίς να φοβηθή
τον θυμόν του Φαραώ. Και τούτο, διότι επερίμενε με πίστιν και εγκαρτέρησιν
της βοήθειαν του Θεού του αοράτου, τον οποίον ησθάνετο παρόντα, σαν να τον
έβλεπε με τα σωματικά του μάτια.
|
|
28 Πίστει πεποίηκε τὸ
πάσχα καὶ τὴν πρόσχυσιν τοῦ αἵματος, ἵνα μὴ ὁ ὀλοθρεύων τὰ πρωτότοκα θίγῃ
αὐτῶν.
|
28 Με την πίστιν έκαμε το Πασχα, την θυσίαν του
αρνίου, με το αίμα του οποίου έχρισε τους παραστάτας των εξωτερικών θυρών των
οικιών των Εβραίων, δια να μη εγγίση τα πρωτότοκα των Εβραίων ο εξολεθρευτής
άγγελος.
|
|
29 Πίστει διέβησαν τὴν
Ἐρυθρὰν Θάλασσαν ὡς διὰ ξηρᾶς, ἧς πεῖραν λαβόντες οἱ Αἰγύπτιοι κατεπόθησαν.
|
29 Με πίστιν εις την παντοδύναμον βοήθειαν του Θεού
διέβησαν οι Εβραίοι την Ερυθράν θάλασσαν, σαν να επερνούσαν από ξηράν, ενώ οι
Αιγύπτιοι, όταν επεχείρησαν να κάμουν το ίδιο, κατεποντίσθησαν και
κατεπόθησαν από την θάλασσαν.
|
|
30 Πίστει τὰ τείχη
Ἰεριχὼ ἔπεσαν κυκλωθέντα ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας.
|
30 Δια της πίστεως έπεσαν τα ισχυρά τείχη της
Ιεριχούς, αφού προηγουμένως επί επτά ημέρας τα περιτριγύριζαν κύκλω οι
Ισραηλίται.
|
|
31 Πίστει Ραὰβ ἡ πόρνη
οὐ συναπώλετο τοῖς ἀπειθήσασι, δεξαμένη τοὺς κατασκόπους μετ’ εἰρήνης.
|
31 Χαρις εις την πίστιν της η Ραάβ, η πόρνη, δεν
εξωλοθρεύθηκε μαζή με τους απειθείς συμπατριώτας της, διότι είχε δεχθή
προηγουμένως με ειρήνην τους Ισραηλίτας κατασκόπους, τους οποίους είχε
στείλει ο Ιησούς του Ναυή.
|
|
32 Καὶ τί ἔτι λέγω;
ἐπιλείψει με γὰρ διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ, Σαμψών, Ἰεφθάε,
Δαυῒδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν,
|
32 Και τι να διηγούμαι ακόμη; Θα σταματήσω, διότι δεν
θα με πάρη ο χρόνος, να διηγηθώ δια τον Γεδεών, τον Βαράκ και τον Σαμψών και
τον Ιεφθάε, δια τον Δαυίδ και τον Σαμουήλ και τους προφήτας.
|
|
33 οἳ διὰ πίστεως
κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν
στόματα λεόντων,
|
33 Αυρτοί, χάρις εις την πίστιν των, ηγωνίσθησαν και
κατενίκησαν βασίλεια, ήσκησαν δικαιοσύνην, επέτυχαν την πραγματοποίησιν των
υποσχέσεων του Θεού, έφραξαν τα στόματα των αγρίων λεόντων, όπως ο Δανιήλ,
|
|
34 ἔσβεσαν δύναμιν
πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν
ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων·
|
34 έσβησαν την φοβεράν δύναμιν της φωτιάς, όπως οι
τρεις παίδες, διέφυγαν τον κίνδυνον να σφαγούν με μαχαίρια, όπως ο Ηλίας,
εδυναμώθησαν και έγιναν καλά από αρρώστιες, ανεδείχθησαν κραταιοί και δυνατοί
στον πόλεμον, έκαμψαν και έτρεψαν εις φυγήν πολυάριθμα στρατεύματα ξένων
εχθρών.
|
|
35 ἔλαβον γυναῖκες ἐξ
ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν
ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν·
|
35 Μερικές γυναίκες, χάρις εις αυτήν την πίστιν,
επήραν πάλιν ζωντανούς, δια της αναστάσεως τους νεκρούς των. Αλλοι δε
εδέθησαν στο τύμπανον, στο φοβερά βασανιστικόν εκείνον όργανον, χωρίς να
δεχθούν την απελευθέρωσιν, που τους επρότειναν οι βασανισταί των, εάν
ηρνούντο την πίστιν των, και υπέμειναν το φοβερόν μαρτύριον μέχρι θανάτου,
δια να επιτύχουν και πάρουν ανάστασιν ασυγκρίτως καλυτέραν από την παρούσαν
ζωήν.
|
|
36 ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν
καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς·
|
36 Αλλοι δε εδοκίμασαν εμπαιγμούς και μαστιγώσεις,
ακόμη δε δεσμά και φυλακήν.
|
|
37 ἐλιθάσθησαν,
ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς,
ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι,
|
37 Ελιθοβολήθησαν, επριονίσθησαν, επέρασαν μέσα από
πολλούς πειρασμούς, απέθαναν σφαγέντες με μάχαιραν, περιήρχοντο εδώ και εκεί
φορούντες, αντί για ενδύματα, προβιές και δέρματα γιδιών, στερούμενοι,
θλιβόμενοι, υποβαλλόμενοι εις πολλάς κακουχίας.
|
|
38 ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ
κόσμος, ἐπὶ ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς
γῆς.
|
38 Τετοιους αγίους δεν ήτο άξιος να τους έχη ο
αμαρτωλός κόσμος. Επεριπλανώντο εις τις ερημίες, εις τα όρη, εις τα σπήλαια,
εις τις τρύπες της γης.
|
|
39 Καὶ οὗτοι πάντες
μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν,
|
39 Και όλοι αυτοί, μολονότι έλαβαν την καλήν και
τιμίαν μαρτυρίαν, ότι ευηρέστησαν στον Θεόν χάρις εις την πίστιν των, δεν
απήλαυσαν πλήρως την υπόσχεσιν της λυτρώσεως και της ουρανίου βασιλείας.
|
|
40 τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν
κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.
|
40 Διότι ο Θεός επρόβλεψε δι' ημάς κάτι καλύτερον·
δηλαδή να μη απολαύσουν αυτοί πλήρη την τελείωσιν και την μακαριότητα χωρίς
ημάς (αλλ' όλοι μαζή σαν ένα πνευματικόν σώμα να απολαύσωμεν κατά την
δευτέραν παρυσίαν την μακαριότητα της βασιλείας των ουρανών).
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου