ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27 (ΚΖ)
|
1 Ὡς δὲ ἐκρίθη τοῦ ἀποπλεῖν ἡμᾶς εἰς τὴν Ἰταλίαν,
παρεδίδουν τόν τε Παῦλον καί τινας ἑτέρους δεσμώτας ἑκατοντάρχῃ ὀνόματι
Ἰουλίῳ σπείρης Σεβαστῆς.
|
1 Οταν δε απεφασίσθη να πλεύσωμεν δια την Ιταλίαν,
παρέδωσαν και τον Παύλον και μερικούς άλλους κρατουμένους εις ένα
εκατόνταρχον, ονόματι Ιούλιον, του τάγματος, που έφερε το όνομα “σπείρα
Σεβαστή”.
|
|
2 ἐπιβάντες δὲ πλοίῳ Ἀδραμυττηνῷ μέλλοντες πλεῖν τοὺς
κατὰ τὴν Ἀσίαν τόπους ἀνοίχθημεν, ὄντος σὺν ἡμῖν Ἀριστάρχου Μακεδόνος
Θεσσαλονικέως,
|
2 Αφού δε απεβιβάσθημεν στο πλοίον, που ανήκε εις την
πόλιν Αδραμύττιον, ανοιχθήκαμε στο πέλαγος με διεύθυνσιν προς τους λιμένας,
που ευρίσκοντο κατά μήκος της Μικρασιατικής παραλίας. Ητο δε μαζή μας και ο
Αρίσταρχος ο Μακεδών από την Θεσσαλονίκην.
|
|
3 τῇ τε ἑτέρᾳ κατήχθημεν εἰς Σιδῶνα· φιλανθρώπως τε ὁ
Ἰούλιος τῷ Παύλῳ χρησάμενος ἐπέτρεψε πρὸς τοὺς φίλους πορευθέντα ἐπιμελείας
τυχεῖν.
|
3 Την άλλην ημέραν αγκυροβολήσαμε εις την Σιδώνα· και
ο Ιούλιος με εύνοιαν φερόμενος προς τον Παύλον, του επέτρεψε να υπάγη στους
φίλους του δια να τον περιποιηθούν.
|
|
4 κἀκεῖθεν ἀναχθέντες ὑπεπλεύσαμεν τὴν Κύπρον διὰ τὸ
τοὺς ἀνέμους εἶναι ἐναντίους,
|
4 Και από εκεί εβγήκαμε στο ανοικτόν πέλαγος,
επλεύσαμεν κοντά και κατά μήκος της Κυπρου, επειδή οι άνεμοι ήσαν αντίθετοι.
|
|
5 τό τε πέλαγος τὸ κατὰ τὴν Κιλικίαν καὶ Παμφυλίαν
διαπλεύσαντες κατήλθομεν εἰς Μύρα τῆς Λυκίας.
|
5 Και αφού διεσχίσαμεν το πέλαγος της περιοχής
Κιλικίας και Παμφυλίας, προσωρμίσθημεν εις τα Μυρα της Λυκίας.
|
|
6 Κἀκεῖ εὑρὼν ὁ ἑκατοντάρχης πλοῖον Ἀλεξανδρῖνον
πλέον εἰς τὴν Ἰταλίαν ἐνεβίβασεν ἡμᾶς εἰς αὐτό.
|
6 Εκεί δε ευρήκε ο εκατόνταρχος ένα πλοίον της πόλεως
Αλεξανδρείας, που επρόκειτο να ταξιδεύση εις την Ιταλίαν και μας επεβίβασε
εις αυτό.
|
|
7 ἐν ἱκαναῖς δὲ ἡμέραις βραδυπλοοῦντες καὶ μόλις
γενόμενοι κατὰ τὴν Κνίδον, μὴ προσεῶντος ἡμᾶς τοῦ ἀνέμου, ὑπεπλεύσαμεν τὴν
Κρήτην κατὰ Σαλμώνην,
|
7 Αφού επί αρκετάς ημέρας επλέαμεν βραδέως, λόγω του
αντιθέτου ανέμου, μόλις και με δυσκολίαν πολλήν προσεγγίσαμεν κοντά εις την
Κνίδον. Και επειδή δεν μας άφινε ο άνεμος, επλεύσαμεν νοτίως, επεράσαμεν
πλησίον του ακρωτηρίου Σαλμώνη και εσυνεχίσαμεν τον πλουν κατά μήκος της
νοτίας ακτής της Κρήτης.
|
|
8 μόλις τε παραλεγόμενοι αὐτὴν ἤλθομεν εἰς τόπον τινὰ
καλούμενον Καλοὺς λιμένας, ᾧ ἐγγὺς ἦν πόλις Λασαία.
|
8 Καθώς δε μόλις και με δυσκολίαν πολλήν επλέαμεν
κοντά εις την Κρήτην, εφθάσαμεν εις κάποιον τόπον, που ελέγετο “Καλοί
λιμένες”. πλησίον στον οποίον ήτο μία πόλις, ονόματι Λασαία.
|
|
9 Ἱκανοῦ δὲ χρόνου διαγενομένου καὶ ὄντος ἤδη
ἐπισφαλοῦς τοῦ πλοὸς διὰ τὸ καὶ τὴν νηστείαν ἤδη παρεληλυθέναι, παρῄνει ὁ
Παῦλος
|
9 Επειδή δε είχε περάσει αρκετός καιρός έως ότου
φθάσωμεν εκεί, ήτο δε επικίνδυνον το ταξίδι, καθόσον είχε περάσει η νηστεία
των Εβραίων, που εγίνετο κατά Οκτώβριον, και ευρισκόμεθα πλέον στον Νοέμβριον
με τας τρικυμίας του, τους προέτρεπε ο Παύλος να μη συνεχίσουν το ταξίδι των,
|
|
10 λέγων αὐτοῖς·
Ἄνδρες, θεωρῶ ὅτι μετὰ ὕβρεως καὶ πολλῆς ζημίας οὐ μόνον τοῦ φόρτου καὶ τοῦ
πλοίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ψυχῶν ἡμῶν μέλλειν ἔσεσθαι τὸν πλοῦν.
|
10 λέγων εις αυτούς· “άνδρες, βλέπω ότι το ταξίδι μας
μέλλει να γίνη με κακοπάθειαν μεγάλην και πολλήν ζημίαν, όχι μόνον του
φορτίου και του πλοίου, αλλά και της ζωής μας”.
|
|
11 ὁ δὲ ἑκατοντάρχης
τῷ κυβερνήτῃ καὶ τῷ ναυκλήρῳ ἐπείθετο μᾶλλον ἢ τοῖς ὑπὸ τοῦ Παύλου
λεγομένοις.
|
11 Ο εκατόνταρχος όμως έδιδε μεγαλυτέραν πίστιν στον
κυβερνήτην του πλοίου και στον ιδιοκτήτην παρά εις τα λόγια του Παύλου.
|
|
12 ἀνευθέτου δὲ τοῦ
λιμένος ὑπάρχοντος πρὸς παραχειμασίαν οἱ πλείους ἔθεντο βουλὴν ἀναχθῆναι
κἀκεῖθεν, εἴ πως δύναιντο καταντήσαντες εἰς Φοίνικα παραχειμάσαι, λιμένα τῆς
Κρήτης βλέποντα κατὰ λίβα καὶ κατὰ χῶρον.
|
12 Επειδή δε ο λιμήν ήτο ακατάλληλος, δια να παραχειμάσωμεν
εκεί, οι περισσότεροι επήραν την απόφασιν να ανοιχθούν από εκεί στο πέλαγος,
μήπως και ημπορούσαν να φθάσουν και να παραχειμάσουν εις ένα λιμάνι της
Κρήτης, ονόματι Φοίνικα, που έβλεπε προς τα νοτιοδυτικά και βορειοδυτικά.
|
|
13 Ὑποπνεύσαντος δὲ
νότου δόξαντες τῆς προθέσεως κεκρατηκέναι, ἄραντες ἆσσον παρελέγοντο τὴν
Κρήτην.
|
13 Οταν δε ο νότιος άνεμος ήρχισε να πέφτη, ενόμισαν
ότι ημπορούσαν να θέσουν εις εφαρμογήν το σχέδιον των. Και αφού εσήκωσαν τις
άγκυρες, έπλεαν πολύ κοντά, παρά την ακτήν της Κρήτης.
|
|
14 μετ’ οὐ πολὺ δὲ
ἔβαλε κατ’ αὐτῆς ἄνεμος τυφωνικὸς ὁ καλούμενος Εὐροκλύδων.
|
14 Αλλά έπειτα από ολίγον επέπεσε με σφοδρότητα
εναντίον της Κρήτης θυελλώδης άνεμος, που καλείτα Ευροκλύδων, δηλαδή
νοτιοανατολικός τρικυμιώδης.
|
|
15 συναρπασθέντος δὲ
τοῦ πλοίου καὶ μὴ δυναμένου ἀντοφθαλμεῖν τῷ ἀνέμῳ ἐπιδόντες ἐφερόμεθα.
|
15 Επειδή δε από την μανίαν του ανέμου είχεν αρπαγή το
πλοίον και δεν ημπορούσε να αντισταθή εις την ορμήν αυτού, αφήκαμεν,
ανίσχυροι πλέον, την κυβέρνησιν του πλοίου εις την διάθεσιν του ανέμου και
εφερόμεθα έτσι, όπου αυτός μας έσπρωχνε.
|
|
16 νησίον δέ τι
ὑποδραμόντες καλούμενον Κλαύδην μόλις ἰσχύσαμεν περικρατεῖς γενέσθαι τῆς
σκάφης,
|
16 Οταν δε επεράσαμεν με ταχύτητα κοντά από κάποιαν
μικράν νήσον ονόματι Κλαύδην, μόλις και μετά βίας κατωρθώσαμεν να γίνωμεν
κύριοι της βάρκας,
|
|
17 ἣν ἄραντες
βοηθείαις ἐχρῶντο ὑποζωννύντες τὸ πλοῖον· φοβούμενοί τε μὴ εἰς τὴν Σύρτιν
ἐκπέσωσι, χαλάσαντες τὸ σκεῦος, οὕτως ἐφέροντο.
|
17 την οποίαν και εσύραμεν από τα κύματα επάνω στο
πλοίον. Εχρησιμοποιούσαν τότε σχοινία περασμένα κάτω από την καρίνα του
πλοίου και με αυτά έζωναν σφικτά εις τα πλευρά του το πλοίον. Επειδή δε
εφοβούντο, μήπως παρασυρθούν από τον άνεμον και πέσουν εις την Συρτιν της
Αφρικανικής ακτής, εκρέμασαν μέσα στο νερό και την άγκυραν του πλοίου. Ετσι
δε με ζωσμένο το πλοίον και κρεμασμένην την άγκυραν εφέροντο από τα κύματα.
|
|
18 σφοδρῶς δὲ
χειμαζομένων ἡμῶν τῇ ἑξῆς ἐκβολὴν ἐποιοῦντο,
|
18 Επειδή δε εβασανιζόμεθα πολύ από την τρικυμίαν,
έρριψαν την επομένην ημέραν μέρος του φορτίου εις την θάλασσαν, δια να
ελαφρώση και σηκωθή ολίγον υψηλότερα το πλοίον.
|
|
19 καὶ τῇ τρίτῃ
αὐτόχειρες τὴν σκευὴν τοῦ πλοίου ἐρρίψαμεν.
|
19 Κατά δε την τρίτην ημέραν δια τον αυτόν λόγον
ερρίψαμεν εις την θάλασσαν με τα ίδια μας τα χέρια τα εξαρτήματα του πλοίου.
|
|
20 μήτε δὲ ἡλίου μήτε
ἄστρων ἐπιφαινόντων ἐπὶ πλείονας ἡμέρας, χειμῶνός τε οὐκ ὀλίγου ἐπικειμένου,
λοιπὸν περιῃρεῖτο πᾶσα ἐλπὶς τοῦ σῴζεσθαι ἡμᾶς.
|
20 Επειδή δε ούτε ήλιος ούτε αστέρια επί πολλάς ημέρας
δεν εφαίνοντο και βαρύς χειμών είχε ενσκήψει, λοιπόν, ολονέν και περισσότερον
εχάνετο κάθε ελπίς να σωθώμεν.
|
|
21 Πολλῆς δὲ ἀσιτίας
ὑπαρχούσης τότε σταθεὶς ὁ Παῦλος ἐν μέσῳ αὐτῶν εἶπεν· Ἔδει μέν, ὦ ἄνδρες,
πειθαρχήσαντάς μοι μὴ ἀνάγεσθαι ἀπὸ τῆς Κρήτης κερδῆσαί τε τὴν ὕβριν ταύτην
καὶ τὴν ζημίαν.
|
21 Ενώ δε οι ταξιδιώται δεν είχαν φάγει τίποτε κατά
τας ημέρας αυτάς και ήσαν εξηντλημένοι, ο Παύλος εστάθηκε στο μέσον αυτών και
είπε· “έπρεπε, ω άνδρες, να με είχατε υπακούσει και να μη είχατε αναχωρήσει
από την Κρήτην, δια να γλυτώσετε έτσι την κακοπάθειαν αυτήν και την ζημίαν.
|
|
22 καὶ τὰ νῦν παραινῶ
ὑμᾶς εὐθυμεῖν· ἀποβολὴ γὰρ ψυχῆς οὐδεμία ἔσται ἐξ ὑμῶν πλὴν τοῦ πλοίου.
|
22 Αλλά και τώρα σας προτρέπω να αναθαρρήσετε και να
χαρήτε, διότι κανείς από σας δεν θα χάση την ζωήν του· μόνον το πλοίον θα
χαθή.
|
|
23 παρέστη γάρ μοι τῇ
νυκτὶ ταύτῃ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ οὗ εἰμι, ᾧ καὶ λατρεύω,
|
23 Το ξεύρω δε αυτό καλά, διότι αυτήν την νύκτα μου
παρουσιάστηκε ένας άγγελος του Θεού, στον οποίον Θεόν ανήκω και τον οποίον
λατρεύω,
|
|
24 λέγων· μὴ φοβοῦ,
Παῦλε· Καίσαρί σε δεῖ παραστῆναι· καὶ ἰδοὺ κεχάρισταί σοι ὁ Θεὸς πάντας τοὺς
πλέοντας μετὰ σοῦ.
|
24 και μου είπε· Παύλε, μη φοβείσαι· όπως ο Θεός
εκανόνισε, πρέπει συ να εμφανισθής ενώπιον του Καίσαρος· και ιδού, ότι ο Θεός
σου έχει χαρίσει και όλους όσοι ταξιδεύουν μαζή σου.
|
|
25 διὸ εὐθυμεῖτε,
ἄνδρες· πιστεύω γὰρ τῷ Θεῷ ὅτι οὕτως ἔσται καθ’ ὃν τρόπον λελάληταί μοι.
|
25 Δι' αυτό, ω άνδρες, χαρήτε. Διότι έχω απόλυτον
πίστιν εγώ στον Θεόν, ότι θα γίνη έτσι, όπως ακριβώς μου έχει λεχθή από τον
άγγελον.
|
|
26 εἰς νῆσον δέ τινα
δεῖ ἡμᾶς ἐκπεσεῖν.
|
26 Συμφωνα με το θείον σχέδιον εις κάποιο νησί θα
ξεπέσωμε”.
|
|
27 Ὡς δὲ
τεσσαρεσκαιδεκάτη νὺξ ἐγένετο διαφερομένων ἡμῶν ἐν τῷ Ἀδρίᾳ, κατὰ μέσον τῆς
νυκτὸς ὑπενόουν οἱ ναῦται προσάγειν τινὰ αὐτοῖς χώραν.
|
27 Οταν δε έφθασε η δεκάτη τετάρτη νύκτα από τότε που
παραδέρναμε στο Αδριατικόν πέλαγος, κατά τα μεσάνυκτα οι ναύτες σαν να
εκατάλαβαν ότι επλησίαζαν εις κάποιαν ξηράν.
|
|
28 καὶ βολίσαντες
εὗρον ὀργιὰς εἴκοσι, βραχὺ δὲ διαστήσαντες καὶ πάλιν βολίσαντες εὗρον ὀργιὰς
δεκαπέντε·
|
28 Και αφού έρριψαν βολίδα, ευρήκαν βάθος θαλάσσης
είκοσι οργυές, τριάντα εξ περίπου μέτρα. Αφού δε επροχώρησαν ολίγον και
έρριψαν πάλιν την βολίδα, ευρήκαν βάθος δέκα πέντε οργυές, ήτο εικόσι επτά
περίπου μέτρα.
|
|
29 φοβούμενοί τε μήπως
εἰς τραχεῖς τόπους ἐκπέσωμεν, ἐκ πρύμνης ῥίψαντες ἀγκύρας τέσσαρας ηὔχοντο
ἡμέραν γενέσθαι.
|
29 Και επειδή εφοβούντο, μήπως πέσουν εις βράχους και
σκοπέλους, έρριψαν από την πρύμνην του πλοίου τέσσαρες άγκυρες και ηύχοντο
πότε να ξημερώση.
|
|
30 Τῶν δὲ ναυτῶν
ζητούντων φυγεῖν ἐκ τοῦ πλοίου καὶ χαλασάντων τὴν σκάφην εἰς τὴν θάλασσαν,
προφάσει ὡς ἐκ πρῴρας μελλόντων ἀγκύρας ἐκτείνειν,
|
30 Επειδή δε οι ναύται ήθελαν να φύγουν και να
εγκαταλείψουν το πλοίον, κατέβασαν την βάρκα εις την θάλασσαν με την πρόφασιν
ότι επρόκειτο τάχα να ρίψουν από την πρώραν άγκυρες εις κάποιαν απόστασιν από
το πλοίον.
|
|
31 εἶπεν ὁ Παῦλος τῷ
ἑκατοντάρχῃ καὶ τοῖς στρατιώταις· Ἐὰν μὴ οὗτοι μείνωσιν ἐν τῷ πλοίῳ, ὑμεῖς
σωθῆναι οὐ δύνασθε.
|
31 Τοτε ο Παύλος είπε στον εκατόνταρχον και τους
στρατιώτας· “εάν δεν μείνουν αυτοί μέσα στο πλοίον, σεις δεν θα μπορέσετε να
σωθήτε”.
|
|
32 τότε οἱ στρατιῶται
ἀπέκοψαν τὰ σχοινία τῆς σκάφης καὶ εἴασαν αὐτὴν ἐκπεσεῖν.
|
32 Τοτε οι στρατιώται έκοψαν τα σχοινιά της βάρκας και
την άφησαν να πέση και να παρασυρθή από την θάλασσαν.
|
|
33 Ἄχρι δὲ οὗ ἔμελλεν
ἡμέρα γίνεσθαι, παρεκάλει ὁ Παῦλος ἅπαντας μεταλαβεῖν τροφῆς λέγων·
Τεσσαρεσκαιδεκάτην σήμερον ἡμέραν προσδοκῶντες ἄσιτοι διατελεῖτε, μηδὲν
προσλαβόμενοι.
|
33 Μεχρις ότου δε φανή η ημέρα ο Παύλος (γεμάτος
πίστιν και ελπίδα εις την προστασίαν του Κυρίου) παρακαλούσε και προέτρεπε
όλους να φάγουν λέγων· “είναι η δεκάτη τετάρτη ημέρα σήμερα, που είσθε
νηστικοί, χωρίς να πάρετε τίποτε περιμένοντες τι θα γίνη τέλος πάντων με
αυτήν την τρικυμίαν.
|
|
34 διὸ παρακαλῶ ὑμᾶς
μεταλαβεῖν τροφῆς· τοῦτο γὰρ πρὸς τῆς ὑμετέρας σωτηρίας ὑπάρχει· οὐδενὸς γὰρ
ὑμῶν θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς πεσεῖται.
|
34 Δι' αυτό σας παρακαλώ να πάρετε τροφήν. Και τούτο
διότι είναι απαραίτητον δια την σωτηρίαν σας. Πρέπει να αναλάβετε τας
δυνάμεις σας, δια να ημπορέσετε να βγήτε εις την ξηράν. Φάτε, διότι κανενός
από σας ούτε τρίχα από την κεφαλήν δεν πρόκειτε να πέση”.
|
|
35 εἰπὼν δὲ ταῦτα καὶ
λαβὼν ἄρτον εὐχαρίστησε τῷ Θεῷ ἐνώπιον πάντων, καὶ κλάσας ἤρξατο ἐσθίειν.
|
35 Αφού δε είπε αυτά, επήρε άρτον εις τα χέρια,
ευχαρίστησε τον Θεόν εμπρός εις όλους και αφού έκοψε το ψωμί, ήρχισε να
τρώγη.
|
|
36 εὔθυμοι δὲ
γενόμενοι πάντες καὶ αὐτοὶ προσελάβοντο τροφῆς·
|
36 Τοτε δε απέκτησαν θάρρος και ευδιαθεσίαν όλοι,
επήραν τροφήν και έφαγαν.
|
|
37 ἦμεν δὲ ἐν τῷ πλοίῳ
αἱ πᾶσαι ψυχαὶ διακόσιαι ἑβδομήκοντα ἕξ.
|
37 Ημεθα δε όλοι μέσα στο πλοίον διακόσιοι εβδομήντα
εξ.
|
|
38 κορεσθέντες δὲ
τροφῆς ἐκούφιζον τὸ πλοῖον ἐκβαλλόμενοι τὸν σῖτον εἰς τὴν θάλασσαν.
|
38 Αφού δε εχόρτασαν με τροφήν, ελάφρωναν το πλοίον,
δια να σηκωθή υψηλότερα, ρίπτοντες το σιτάρι εις την θάλασσαν.
|
|
39 Ὅτε δὲ ἡμέρα
ἐγένετο, τὴν γῆν οὐκ ἐπεγίνωσκον, κόλπον δέ τινα κατενόουν ἔχοντα αἰγιαλὸν,
εἰς ὃν ἐβουλεύσαντο, εἰ δύναιντο, ἐξῶσαι τὸ πλοῖον.
|
39 Οταν δε έγινε ημέρα, δεν ημπορούσαν να καταλάβουν
ποιά ήτο η ξηρά αυτή, αλλά διέκριναν κάποιον κόλπον, που είχε ομαλήν
παραλίαν, όπου και απεφάσισαν, εάν θα ημπορούσαν, να ρίξουν έξω το πλοίον.
|
|
40 καὶ τὰς ἀγκύρας
περιελόντες εἴων εἰς τὴν θάλασσαν ἅμα ἀνέντες τὰς ζευκτηρίας τῶν πηδαλίων,
καὶ ἐπάραντες τὸν ἀρτέμωνα τῇ πνεούσῃ κατεῖχον εἰς τὸν αἰγιαλόν.
|
40 Και αφού έλυσαν τις άγκυρες, τις αφήκαν να πέσουν
εις την θάλασσαν, συγχρόνως δε εχαλάρωσαν και τα σχοινιά, με τα οποία
προηγουμένως είχαν ανασηκώσει τα πηδάλια έξω από την θάλασσαν και αφού
εσήκωσαν το μικρό πανί της πρώρας, προσπαθούσαν με την πνοήν του ανέμου να
φθάσουν την παραλίαν.
|
|
41 περιπεσόντες δὲ εἰς
τόπον διθάλασσον ἐπώκειλαν τὴν ναῦν, καὶ ἡ μὲν πρῷρα ἐρείσασα ἔμεινεν
ἀσάλευτος, ἡ δὲ πρύμνα ἐλύετο ὑπὸ τῆς βίας τῶν κυμάτων.
|
41 Αλλ' επειδή έπεσαν εις ένα ακρωτήριον, που έκοβε
εις δύο την θάλασσαν, έρριξαν έξω το πλοίον και η μεν πρώρα εσφηνώθηκε μέσα
εις την γην και έμεινε ακίνητος, η δε πρύμνη ήρχισε να διαλύεται από την
σφοδρότητα των κυμάτων.
|
|
42 τῶν δὲ στρατιωτῶν
βουλὴ ἐγένετο ἵνα τοὺς δεσμώτας ἀποκτείνωσι, μή τις ἐκκολυμβήσας διαφύγοι.
|
42 Εν τω μεταξύ οι στρατιώται επήραν την απόφασιν να
φονεύσουν τους κρατουμένους, μήπως τυχόν και κανείς διαφύγη κολυμβών (οπότε
θα ήσαν υπεύθυνοι με την ζωήν των δια την απόδρασίν των).
|
|
43 ὁ δὲ ἑκατοντάρχης
βουλόμενος διασῶσαι τὸν Παῦλον ἐκώλυσεν αὐτοὺς τοῦ βουλήματος, ἐκέλευσέ τε
τοὺς δυναμένους κολυμβᾶν ἀπορρίψαντας πρώτους ἐπὶ τὴν γῆν ἐξιέναι,
|
43 Επειδή όμως ο εκατόνταρχος ήθελε να διασώση τον
Παύλον, τους ημπόδισε από την απόφασιν των αυτήν και διέταξε όσοι ήξευραν να
κολυμβούν να ριφθούν πρώτοι εις την θάλασσαν και να βγουν εις την ξηράν.
|
|
44 καὶ τοὺς λοιποὺς
οὓς μὲν ἐπὶ σανίσιν, οὓς δὲ ἐπί τινων τῶν ἀπὸ τοῦ πλοίου. καὶ οὕτως ἐγένετο
πάντας διασωθῆναι ἐπὶ τὴν γῆν.
|
44 Και τους υπολοίπους διέταξε να εξέλθουν άλλοι μεν
επάνω εις σανίδες, άλλοι δε επάνω εις τα ξύλινα συντρίμματα του πλοίου. Και
έτσι επετεύχθη να διασωθούν όλοι εις την ξηράν.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου