ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 (Δ)
|
1 Διὰ τοῦτο, ἔχοντες τὴν διακονίαν ταύτην καθὼς
ἠλεήθημεν, οὐκ ἐκκακοῦμεν,
|
1 Δι' αυτό και ημείς έχοντες την υψηλήν και μεγάλην
αυτήν διακονίαν του κηρύγματος, χάρις στο έλεος του Κυρίου, δεν αποκάμνομεν,
ούτε δυσφορούμεν ενώπιον των δυσκολιών και κινδύνων.
|
|
2 ἀλλ’ ἀπειπάμεθα τὰ κρυπτὰ τῆς αἰσχύνης, μὴ
περιπατοῦντες ἐν πανουργίᾳ μηδὲ δολοῦντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τῇ
φανερώσει τῆς ἀληθείας συνιστῶντες ἑαυτοὺς πρὸς πᾶσαν συνείδησιν ἀνθρώπων
ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
|
2 Αλλ' έχομεν απαρνηθή όλα εκείνα, που οι άνθρωποι,
δια λόγους εντροπής, τα κρύπτουν, και δεν προχωρούμεν τον δρόμον μας με
πανουργίαν ούτε νοθεύομεν τον λόγον του Θεού με ιδικάς μας η ξένας
επινοήσεις, αλλά με την καθαράν και ανόθευτον φανέρωσιν της αληθείας
συσταίνομεν εις κάθε ευσυνείδητον και ορθοφρονούντα άνθρωπον τον εαυτόν μας,
ως γνήσιον εργάτην του Ευαγγελίου, ενώπιον του Θεού.
|
|
3 εἰ δὲ καὶ ἔστι κεκαλυμμένον τὸ εὐαγγέλιον ἡμῶν, ἐν
τοῖς ἀπολλυμένοις ἐστὶ κεκαλυμμένον,
|
3 Εάν δε και είναι σκεπασμένον και ακατάληπτον το
κήρυγμα του Ευαγγελίου μας, είναι σκεπασμένον δι' εκείνους που θεληματικά
βαδίζουν τον δρόμον της απωλείας.
|
|
4 ἐν οἷς ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσε τὰ νοήματα
τῶν ἀπίστων εἰς τὸ μὴ αὐγάσαι αὐτοῖς τὸν φωτισμὸν τοῦ εὐαγγελίου τῆς δόξης
τοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ.
|
4 Εν μέσω αυτών ο Θεός του αμαρτωλού τούτου αιώνος,
δηλαδή ο σατανάς, έχει σκοτίσει και τυφλώσει τας διανοίας και τας σκέψεις των
απίστων, ώστε να μη λάμψη εις αυτούς το φως του Ευαγγελίου της δόξης του
Χριστού, ο οποίος είναι εικών του Θεού.
|
|
5 οὐ γὰρ ἑαυτοὺς κηρύσσομεν, ἀλλὰ Χριστὸν Ἰησοῦν
Κύριον, ἑαυτοὺς δὲ δούλους ὑμῶν διὰ Ἰησοῦν.
|
5 Διότι ημείς δεν κηρύσσομεν και δεν διαφημίζομεν τον
εαυτόν μας, αλλά κηρύττομεν τον Χριστόν Ιησούν, τον Κυριον, που είναι ο μόνος
ένδοξος· τους εαυτούς μας δε τους παρουσιάζομεν ως δούλους και υπηρέτας
ιδικούς σας δια την δόξαν του Ιησού.
|
|
6 ὅτι ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς
ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν
προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
|
6 Και τούτο, διότι ο Θεός, ο οποίος κατά τους χρόνους
της δημιουργίας διέταξε να λάμψη φως αντί του σκότους που υπήρχε τότε, αυτός
έλαμψεν εις τας καρδίας μας και τας εφώτισεν, όχι μόνον δια να γνωρίσωμεν
ημείς, αλλά δια να μεταδώσωμεν και στους άλλους φωτεινήν και καθαράν την
γνώσιν της δόξης του Θεού, η οποία δόξα εφανερώθη δια του Ιησού Χριστού.
|
|
7 Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις
σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν,
|
7 Εχομεν δε αυτόν τον ανεκτίμητον θησαυρόν της
ενδόξου γνώσεως μέσα εις τα σώματα μας, τα αδύνατα και εύθραστα σαν όστρακα,
δια να φαίνεται έτσι καθαρά ότι ο υπεράφθονος πλούτος της δυνάμεως είναι και
προέρχεται από τον Θεόν και όχι από ημάς.
|
|
8 ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ’ οὐ στενοχωρούμενοι,
ἀπορούμενοι ἀλλ’ οὐκ ἐξαπορούμενοι,
|
8 Ετσι δε εξηγείται η υπερνίκησις των αναριθμήτων
εμποδίων και κινδύνων που συναντώμεν στο έργον μας. Διότι όντως ημείς οι
Απόστολοι παντού και πάντοτε θλιβόμεθα, χωρίς όμως να φθάνωμεν εις αδιέξοδον
και καταθλιπτικήν στενοχωρίαν. Περιπίπτομεν εις απορίαν και αμηχανίαν, χωρίς
ποτέ να αποθαρρυνώμεθα και να μη ευρίσκωμεν λύσιν και απάντησιν εις τας
απορίας μας.
|
|
9 διωκόμενοι ἀλλ’ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι,
καταβαλλόμενοι ἀλλ’ οὐκ ἀπολλύμενοι,
|
9 Διωκόμεθα από απίστους και ψευδαδέλφους, αλλά δεν
εγκαταλειπόμεθα από τον Θεόν. Φαίνεται μερικές φορές, ότι καταβαλλόμεθα και
ριπτόμεθα από τους εχθρούς μας κάτω ως ηττημένοι, αλλά δεν χανόμεθα.
|
|
10 πάντοτε τὴν
νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ
ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ.
|
10 Οπου και αν περιοδεύωμεν, φέρομεν στο σώμα μας
πάντοτε τας οδύνας και τον θάνατον του Κυρίου Ιησού, κινδυνεύοντες όπως
εκείνος και να αποθάνωμεν εις κάθε στιγμήν. Τούτο όμως, δια να φανερωθή εις
την ζωήν και ύπαρξιν μας, που πάντοτε διαφεύγει τον θάνατον, η ζωή και η
δύναμις του Ιησού.
|
|
11 ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ
ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ
ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν.
|
11 Διότι πάντοτε ημείς, που ζώμεν δια το έργον του
Κυρίου, παραδιδόμεθα εις θάνατον δια την δόξαν του Ιησού, ώστε η ζωή και η
δύναμις του Ιησού Χριστού να φανή στο θνητόν μας σώμα, το οποίον ο Κυριος
κατά θαυμαστούς τρόπους σώζει.
|
|
12 ὥστε ὁ μὲν θάνατος
ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν.
|
12 Ωστε οι μεν καθημερινοί θανάσιμοι κίνδυνοι υπάρχουν
εις ημάς, η δε πνευματική ζωη, που προέρχεται από τον ιδικόν μας θάνατον,
ενεργείται και αυξάνεται εις σας.
|
|
13 ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ
πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς
πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν,
|
13 Επειδή όμως έχομεν το αυτό Αγιον Πνεύμα, που μας
χαρίζει και μας στερεώνει εις την πίστιν, σύμφωνα με εκείνο που είναι
γραμμένον εις την Παλαιάν Διαθήκην “επίστευσα και δι' αυτό ελάλησα”. και
ημείς πιστεύομεν κατά τρόπον ορθόν και σταθερόν στον Κυριον, δι' αυτό και με
θάρρος κηρύττομεν την διδασκαλίαν της πίστεώς μας.
|
|
14 εἰδότες ὅτι ὁ
ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν.
|
14 Από αυτήν δε την πίστιν αντλούμεν την βεβαίαν
γνώσιν, ότι ο Θεός και Πατήρ, ο οποίος ανέστησε το Κυριον Ιησούν, θα αναστήση
και ημάς δια μέσου του Ιησού και θα μας θέση κοντά του, μαζή με σας, ενδόξους
εις την βασιλείαν του.
|
|
15 τὰ γὰρ πάντα δι’
ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς
τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.
|
15 Διότι όλα γίνονται δια σας, ώστε η ευεργεσία και η
δωρεά του Θεού, που γίνεται εις ημάς, να γίνη και ιδική σας ευεργεσία και να
πλεονάση εις όλους. Ετσι δε σεις και ημείς, που είμεθα οι ευεργετούμενοι, να
ευχαριστούμεν τον Θεόν, ώστε και η ευχαριστία να πλεονάζή και να περισσεύη
προς δόξαν του Θεού.
|
|
16 Διὸ οὐκ ἐκκακοῦμεν,
ἀλλ’ εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ’ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται
ἡμέρᾳ καὶ ἡμέρᾳ.
|
16 Επειδή δε ακριβώς και αι θλίψεις αποβλέπουν στο
αγαθόν, δεν αποκάμνομεν και δεν αποθαρρυνόμεθα. Αλλ' αν και ο έξω άνθρωπος,
το σώμα μας, ταλαιπωρήται και θλίβεται και φθείρεται, ο έσω όμως άνθρωπος, η
ψυχή, ξανακαινουργώνεται και ξανανιώνει ημέρα με την ημέραν.
|
|
17 τὸ γὰρ παραυτίκα
ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ’ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης
κατεργάζεται ἡμῖν,
|
17 Διότι η βραχείας διαρκείας, δια τούτο δε και
ελαφρά, θλίψις μας, απεργάζεται και φέρει ως κέρδος εις ημάς αιώνιον βάρος
δόξης, υπερβολικά μεγάλο και αφάνταστον.
|
|
18 μὴ σκοπούντων ἡμῶν
τὰ βλεπόμενα, ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα· τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ
βλεπόμενα αἰώνια.
|
18 Οσον δε μεγάλαι και οδυνηραί και αν είναι αι
θλίψεις μας, θα τας αισθανώμεθα ως ελαφράς και θα τας υπομένωμεν με χαράν,
εάν δεν θα προσηλώνωμεν το βλέμμα μας εις εκείνα που βλέπονται με τα μάτια
του σώματος, εις τα υλικά και αισθητά, αλλ' εις εκείνά που δεν βλέπονται.
Διότι τα βλεπόμενα είναι παροδικά και προσωρινά, τα δε μη βλεπόμενα είναι
αιώνια και αναλλοίωτα.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου