ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 (Ε)
|
1 Οἴδαμεν γὰρ ὅτι ἐὰν ἡ ἐπίγειος ἡμῶν οἰκία τοῦ
σκήνους καταλυθῇ, οἰκοδομὴν ἐκ Θεοῦ ἔχομεν, οἰκίαν ἀχειροποίητον αἰώνιον ἐν
τοῖς οὐρανοῖς.
|
1 Δια τούτο ούτε καταβαλλόμεθα ούτε αποκάμνομεν από
τας θλίψεις, τους κινδύνους και τας ταλαιπωρίας. Διότι γνωρόζομεν καλά ότι,
εάν η επίγειος κατοικία της ψυχής μας, σαν προσωρινή σκηνή που είναι, διαλυθή
από τον θάνατον, έχωμεν άλλην οικοδομήν ετοιμασμένην από τον Θεόν, οικίαν που
δεν την έχουν κάμει ανθρώπινα χέρια, δηλαδή το αθάνατον και ένδοξον σώμα μας,
που θα είναι αιώνιον στους ουρανούς.
|
|
2 καὶ γὰρ ἐν τούτῳ στενάζομεν, τὸ οἰκητήριον ἡμῶν τὸ
ἐξ οὐρανοῦ ἐπενδύσασθαι ἐπιποθοῦντες,
|
2 Διότι πράγματι στούτο το σκήνος, το φθαρτόν και
ταλαιπωρημένον σώμα, στενάζομεν, επιθυμούντες με πολύν πόθον και λαχτάραν να
φορέσωμεν επάνω μας, σαν άλλο πολυτιμόταστον ένδυμα, την ένδοξον κατοικίαν
μας, η οποία θα μας δοθή από τον ουρανόν, δηλαδή το άφθαρτον και ακατάλυτον
και ένδοξον νέον σώμα.
|
|
3 εἴ γε καὶ ἐνδυσάμενοι οὐ γυμνοὶ εὑρεθησόμεθα.
|
3 Εάν βέβαια έστω και σαν ένδυμα φορέσωμεν αυτό το
νέον σώμα, δεν θα ευρεθώμεν πλέον γυμνοί.
|
|
4 καὶ γὰρ οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει στενάζομεν,
βαρούμενοι ἐφ’ ᾧ οὐ θέλομεν ἐκδύσασθαι, ἀλλ’ ἐπενδύσασθαι, ἵνα καταποθῇ τὸ
θνητὸν ὑπὸ τῆς ζωῆς.
|
4 Διότι ημείς που είμεθα και ζώμεν στο φθαρτόν τούτο
σώμα, στενάζομεν σαν να είμεθα φορτωμένοι βαρύ φορτίον, όχι διότι θέλομεν να
εκδυθώμεν το σώμα και να απαλλαγώμεν από αυτό, αλλά διότι θέλομεν να
φορέσωμεν επάνω μας το αθάνατον σώμα, δια να απορροφηθή και εξαφανισθή
εντελώς η θνητότης του σώματος και μεταστοιχειωθή το φθαρτόν τούτο σώμα υπό
της αιωνίου και αφθάρτου ζωής του άλλου, ώστε να γίνη άφθαρτον.
|
|
5 ὁ δὲ κατεργασάμενος ἡμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο Θεός, ὁ καὶ
δοὺς ἡμῖν τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος.
|
5 Εκείνος δε, ο οποίος μας εδημιούργησε δι' αυτό
τούτο, δια να ενδυθώμεν δηλαδή το άφθαρτον σώμα, είναι αυτός ο Θεός, ο οποίος
μας έδωσε από τώρα σαν εγγύησιν και βεβαίαν υπόσχεσιν την χάριν του Αγίου
Πνεύματος, του χορηγού της ζωής.
|
|
6 Θαρροῦντες οὖν πάντοτε καὶ εἰδότες ὅτι ἐνδημοῦντες
ἐν τῷ σώματι ἐκδημοῦμεν ἀπὸ τοῦ Κυρίου·
|
6 Παντοτε, λοιπόν, έχομεν θάρρος και ελπίδα και
γνωρίζομεν καλά, ότι κατά το διάστημα, κατά το οποίον μένομεν στο σώμα τούτο,
είναι σαν να έχωμεν ξενητευθή από τον Κυριον.
|
|
7 διὰ πίστεως γὰρ περιπατοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους·
|
7 Διότι την παρούσαν ζωήν την διερχόμεθα με πίστιν,
χωρίς και να βλέπωμεν με τρόπον αισθητόν κατά πρόσωπον τον Κυριον.
|
|
8 θαρροῦμεν δὲ καὶ εὐδοκοῦμεν μᾶλλον ἐκδημῆσαι ἐκ τοῦ
σώματος καὶ ἐνδημῆσαι πρὸς τὸν Κύριον.
|
8 Εχομεν δε ακλόνητον θάρρος και πολύ προτιμώμεν να
εκδημήσωμεν από το σώμα αυτό και να μείνωμεν δια παντός πλησίον του Κυρίου.
|
|
9 διὸ καὶ φιλοτιμούμεθα, εἴτε ἐνδημοῦντες εἴτε
ἐκδημοῦντες, εὐάρεστοι αὐτῷ εἶναι.
|
9 Δι' αυτό και προσπαθούμεν με κάθε φιλοτιμίαν να
είμεθα ευάρεστοι στον Θεόν, είτε ευρισκόμεθα στο φθαρτόν αυτό σώμα είτε
αναχωρούμεν από αυτό δια τον ουρανόν κατά την ώραν του θανάτου.
|
|
10 τοὺς γὰρ πάντας
ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος
τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακὸν.
|
10 Διότι όλοι μας θα παρουσιασθώμεν οπωσδήποτε μπροστά
στο βήμα του Χριστού, ολοφάνεροι και ξέσκεποι, δια να αποκομίση και απολαύση
ο καθένας, ανάλογα με όσα δια του σώματος έπραξε, είτε αγαθά είτε κακά.
|
|
11 Εἰδότες οὖν τὸν
φόβον τοῦ Κυρίου ἀνθρώπους πείθομεν, Θεῷ δὲ πεφανερώμεθα, ἐλπίζω δὲ καὶ ἐν
ταῖς συνειδήσεσιν ὑμῶν πεφανερῶσθαι.
|
11 Επειδή ακριβώς γνωρίζομεν τον φόβον του Κυρίου, που
θα καθίση ως κριτής κατά την δευτέραν παρουσίαν στο ένδοξον εκείνο βήμα,
ζητούμεν με κάθε ειλικρίνειαν να πείσωμεν τους ανθρώπους δια τας διαθέσεις
μας και το έργον μας. Ως προς δε τον Θεόν είμεθα ολοφάνεροι εις αυτόν. Ελπίζω
δε ότι και εις τας ιδικάς σας συνειδήσεις έχομεν φανερωθή, οποίοι είμεθα.
|
|
12 οὐ γὰρ πάλιν
ἑαυτοὺς συνιστάνομεν ὑμῖν, ἀλλὰ ἀφορμὴν διδόντες ὑμῖν καυχήματος ὑπὲρ ἡμῶν,
ἵνα ἔχητε πρὸς τοὺς ἐν προσώπῳ καυχωμένους καὶ οὐ καρδίᾳ.
|
12 Διότι δεν συσταίνομεν πάλιν τους εαυτούς μας εις
σας, αλλά σας δίδομεν αφορμήν να καυχάσθε δι' ημάς, ώστε να έχετε τι να
απαντάτε και τι να λέγετε εις εκείνους που καυχώνται και ζητούν δόξαν από
εξωτερικά πλεονεκτήματα και όχι από τας εσωτερικάς αρετάς της καρδίας.
|
|
13 εἴτε γὰρ ἐξέστημεν,
Θεῷ, εἴτε σωφρονοῦμεν, ὑμῖν.
|
13 Είτε όμως ένεκα του ενθουσιασμού μας εβγήκαμε από
τον ευατόν μας και παραλογιζόμεθα με το να αυτοεπαινούμεθα, δια την δόξαν του
Θεού εφθάσαμεν στο σημείον αυτό· είτε είμεθα σώφρονες και συνετοί και
περικρύπτομεν τας δωρεάς που μας έχει δώσει ο Θεός, το πράττομεν δια την
ιδικήν σας ωφέλειαν.
|
|
14 ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ
Χριστοῦ συνέχει ἡμᾶς,
|
14 Διότι η άδολος και αγνή αγάπη του Χριστού μας
κρατεί όλους, ημάς και σας, σφικτά ενωμένους.
|
|
15 κρίναντας τοῦτο,
ὅτι εἰ εἷς ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἄρα οἱ πάντες ἀπέθανον· καὶ ὑπὲρ πάντων
ἀπέθανεν, ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν, ἀλλὰ τῷ ὑπὲρ αὐτῶν ἀποθανόντι
καὶ ἐγερθέντι.
|
15 Εσχηματίσαμεν δε ακλόνητον το φρόνημα και την
πεποίθησιν, ότι εάν ένας, ο Χριστός, απέθανεν υπέρ όλων και ως αντιπρόσωπος
όλων, άρα όλοι απέθανον και απέθανεν υπέρ όλων ίνα, όσοι ζουν και ευρίσκονται
ακόμη εις την παρούσαν ζωήν, μη ζουν πλέον δια τον εαυτόν των, αλλά δι'
εκείνον, ο οποίος εθυσιάσθη επί του σταυρού και ανεστήθη προς χάριν αυτών.
|
|
16 Ὥστε ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ
νῦν οὐδένα οἴδαμεν κατὰ σάρκα· εἰ δὲ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ
νῦν οὐκέτι γινώσκομεν.
|
16 Ωστε ημείς από τότε που εσχηματίσαμεν αυτήν την
πεποίθησιν, δεν αναγνωρίζομεν και δεν εκτιμώμεν κανένα, κατά τα εξωτερικά του
προσόντα (όπως είναι η ευγενής κατά σάρκα καταγωγή του η τα αξιώματα του και
η σοφία του). Εάν δε και κάποτε είχαμεν γνωρίσει τον Χριστόν, εις την
ταπείνωσιν και ασημότητα της ανθρωπίνης του σαρκός, τώρα όμως δεν τον
γνωρίζομεν πλέον έτσι, αλλά ως τον Θεάνθρωπον λυτρωτήν.
|
|
17 ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ
καινὴ κτίσις· τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα.
|
17 Κατά συνέπειαν όποιος είναι αναγεννημένος και
ενωμένος με τον Χριστόν είναι νέα δημιουργία, νέος άνθρωπος. Η αρχαία
κατάστασις της αμαρτίας και της καταδίκης επέρασεν. Ιδού όλα έχουν γίνει νέα.
|
|
18 τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ
Θεοῦ τοῦ καταλλάξαντος ἡμᾶς ἑαυτῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ δόντος ἡμῖν τὴν
διακονίαν τῆς καταλλαγῆς,
|
18 Ολαι δε αυταί αι δωρεαί πηγάζουν από τον Θεόν, ο
οποίος μας συνεφιλίωσε με τον εαυτόν του δια του Ιησού Χριστού και έδωσεν εις
ημάς τους Αποστόλους το τιμητικόν έργον να υπηρετούμεν εις αυτήν την
συνδιαλλαγήν και συμφιλίωσιν του Θεού με τους ανθρώπους.
|
|
19 ὡς ὅτι Θεὸς ἦν ἐν
Χριστῷ κόσμον καταλλάσσων ἑαυτῷ, μὴ λογιζόμενος αὐτοῖς τὰ παραπτώματα αὐτῶν,
καὶ θέμενος ἐν ἡμῖν τὸν λόγον τῆς καταλλαγῆς.
|
19 Διότι ο Θεός ήτο ενωμένος με τον Χριστόν, εις μίαν
θεανδρικήν υπόστασιν, συνδιαλλάσσων και συμφιλιώνων προς τον εαυτόν του τον
κόσμον, μη καταλογίζων πλέον στους ανθρώπους τα αμαρτήματα των, και αναθέσας
εις ημάς το ευαγγελικόν κήρυγμα της συμφιλιώσεως προς τον Θεόν.
|
|
20 Ὑπὲρ Χριστοῦ οὖν
πρεσβεύομεν ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι’ ἡμῶν· δεόμεθα ὑπὲρ Χριστοῦ,
καταλλάγητε τῷ Θεῷ·
|
20 Είμεθα, λοιπόν, ημείς οι Απόστολοι πρεσβευταί του Χριστού
προς τους άλλους ανθρώπους· διότι ο Θεός δια μέσου ημών παρακαλεί.
Παρακαλούμεν, λοιπόν, και ημείς εξ ονόματος του Χριστού, συμφιλιωθήτε με τον
Θεόν. (Ο Απόστολος είναι θεόθεν εντεταλμένος να συνεχίζη το έργον του Χριστού
ως εκπρόσωπος αυτού. Οταν δε ομιλή είναι ως να ομιλή δι' αυτού ο Χριστός).
|
|
21 τὸν γὰρ μὴ γνόντα
ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν
αὐτῷ.
|
21 Και είναι πλέον έργον εύκολον αυτή η συμφιλίωσις,
διότι τον Χριστόν, ο οποίος δεν εγνώρισε ποτέ από προσωπικήν πείραν καμμίαν
απολύτως αμαρτίαν, τον έκαμεν υπέρ ημών αμαρτίαν ο Θεός, του εφόρτωσε τας
ιδικάς μας αμαρτίας και τον αφήκε να κατακριθή ως αμαρτωλός χάριν ημών, δια
να δικαιωθώμεν ημείς δι' αυτού ενώπιον του Θεού.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου